Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ο Γιαννάκος


Ο Γιαννάκος. Μη ρωτάς ποιός ήταν, από πού καταγόταν, τί δουλειά έκανε, πώς ζούσε. Περιττά πράγματα. Ήταν ο Γιαννάκος. Τελεία και παύλα. Και αν αυτό μπορεί να μη σου λέει και πολλά, σε μας που τον ζήσαμε τα λέει όλα. Και τσαρλατάνος και χριστιανός, και θεομπαίχτης και θεοσεβούμενος και βλάσφημος, και δημοκράτης και εκπρόσωπος της επαναστάσεως, και καθοδηγητής και κατηχητής, και αρχηγός των προσκόπων, και προπονητής ποδοσφαίρου, και τελετάρχης, και σκηνοθέτης, και θεατρίνος, και διασκεδαστής, και κονφερανσιέ, και πατερούλης, ένας ολοκληρωμένος showman, μια ηγετική, χαρισματική φυσιογνωμία, μια καταλυτική παρουσία, ένας άνθρωπος ορχήστρα, το σήμα κατατεθέν της πόλης, ο κατά κόσμον Ιωάννης Κατσαντώνης, ο δικός μας Γιαννάκος. Πρωταγωνιστής στη δημόσια ζωή με όλες τις παραπάνω ιδιότητες, πρόσωπο αγαπητό και αποδεκτό από όλους, άνθρωπος με μεγάλες οργανωτικές ικανότητες και πληθωρική προσωπικότητα, έβαψε με λαμπερά χρώματα την καθημερινότητά μας και έδωσε στη μονότονη ζωή μας μοναδικές και ανεπανάληπτες στιγμές απόλαυσης, χαράς και γέλιου. Ιδιαίτερα σε μας, τους νέους του τότε, ο μοναδικός Γιαννάκος άφησε χρυσή παρακαταθήκη μια αστείρευτη δεξαμενή αναμνήσεων, από όπου κάθε φορά αντλούμε αποθέματα για να επιστρέφουμε πάλι και πάλι σε εκείνη την τρυφερή, την ξέγνοιαστη, την αθώα περίοδο της ζωής μας. Όλη η ζωή του Γιαννάκου ήταν μια ατέλειωτη και απολαυστική παράσταση. Η κορμοστασιά του, οι κινήσεις του, το βλέμμα του, το περπάτημά του, τα στραβά του πόδια, το τρέξιμό του, ο στόμφος και η αθυροστομία στα λεγόμενά του, παρέπεμπαν σε θεατρίνο που αναζητά διαρκώς το χειροκρότημα του κοινού. Στις εθνικές παρελάσεις, στις λαμπαδηδρομίες, στις θεατρικές πρόβες και παραστάσεις, στις εκδηλώσεις με θέμα την πολεμική αρετή των Ελλήνων στο στάδιο της πόλης, στις αναπαραστάσεις εθνικών ηρωικών πράξεων με κορυφαία την ανατίναξη στο Κούγκι, στις προσκοπικές δραστηριότητες, στις κατασκηνώσεις, στις αθλητικές εξορμήσεις σε άλλες πόλεις, στις κοσμικές εκδηλώσεις, στα παιχνίδια αναζήτησης του θησαυρού στους δρόμους και τα σοκάκια και στις κάθε λογής τελετές και απονομές, ο Γιαννάκος ήταν πάντα ο απόλυτος πρωταγωνιστής ενός θιάσου τον οποίο πλαισίωναν μονίμως ή εκτάκτως γνωστές και γραφικές φιγούρες της πόλης αλλά και όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Το αποκορύφωμα όμως όλων των παραστάσεών του, το απόλυτο θεατρικό του έργο, το ανέβασε ο Γιάννος στον χώρο του ποδοσφαίρου. Εκεί πραγματικά έδωσε ρεσιτάλ πρωτοπορίας, ευρηματικότητας, αυτοσχεδιασμού και προσωπικής σφραγίδας. Εκεί ξεδίπλωσε το μοναδικό του ταλέντο αφού κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να αναδείξει το ποδόσφαιρο σε ένα κοινωνικό γεγονός υψηλής θέασης για ολόκληρη σχεδόν την πόλη, και συγχρόνως προήγαγε σε υψηλότερα αγωνιστικά επίπεδα τον Εθνικό, την αγαπημένη μας ομάδα, φθάνοντάς την μέχρι την Β’ εθνική κατηγορία. Ο Γιάννος ήταν προπονητής με δίπλωμα από σχολή της Γιουγκοσλαβίας, κάτι σπάνιο για την εποχή του. Υπερηφανευόταν να το λέει, πως μόνο αυτός και ο Λάκης Πετρόπουλος είχαν τέτοιο χαρτί. Και ήταν πρωτοπόρος. Κυκλοφορούσε με Ford Anglia, αυτοκίνητο ακριβό για την εποχή και με μια ειδική τσάντα που όταν την άνοιγε, ως δια μαγείας, σχηματιζόταν ένα μίνι γήπεδο ποδοσφαίρου, με ποδοσφαιριστές – μινιατούρες που κινούνταν πάνω του με μαγνήτες. Εκεί πάνω έδειχνε στους κατάπληκτους ποδοσφαιριστές του τα συστήματα που ήθελε να εφαρμόσουν. Και ήταν οργανωτικός. Μοίραζε ρόλους, έδινε εντολές και απαιτούσε σεβασμό και υπακοή. Και ήταν και αυταρχικός και αυστηρός με τους συνεργάτες του, ανθρώπους υποτακτικούς και πρόθυμους, στους οποίους ύψωνε τη φωνή και δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Πάνω από όλα όμως ήταν ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΣ. Τι να πρωτοθυμηθούμε. Τις σπαρταριστές ατάκες – προτροπές και τα συνθήματα του στη διάρκεια των προπονήσεων αλλά και των αγώνων, που ακόμα και σήμερα ηχούν στα αυτιά μας, τα γραπτά συνθήματα που κοσμούσαν τους χώρους των αποδυτηρίων, τις σπαρταριστές και γαργαλιστικές ιστορίες που επινοούσε για να εμψυχώσει τους ποδοσφαιριστές του λίγο πριν ή στο διάλλειμα των αγώνων, τις σταφίδες που τους τάιζε για να τους μεταδώσει σωματική και ψυχολογική ενέργεια, την θεαματική έναρξη των σπουδαίων φιλικών συναντήσεων με την μπάλα να πέφτει στο γήπεδο από στρατιωτικού βεβαίως ελικοπτέρου ή τα απίστευτα αποφθέγματά του που έγραψαν ιστορία. Μοναδικός έμεινε ο τρόπος με τον οποίο ο Γιάννος προσπαθούσε να νουθετήσει τους ποδοσφαιριστές του. Αυτές οι νουθεσίες περιελάμβαναν ολίγον από ελληνική αρχαιότητα, ολίγον από χριστιανισμό, και πολύ περισσότερο τα πιο απόκρυφα σημεία της ανατομίας του γυναικείου σώματος και την ίδια την σεξουαλική πράξη, για την οποία συνιστούσε στους αθλητές του φειδώ και εγκράτεια… Αν δε όλα αυτά συνδυαστούν με τους αμίμητους μορφασμούς και τις χειρονομίες του, μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί το πάντοτε παρόν και απαραίτητο κοινό έμενε άναυδο ή ξεσπούσε σε ασταμάτητα γέλια, ενώ εκείνος στρεφόταν προς αυτό, αποζητώντας την συναίνεση και την επιβράβευσή του. Μέρα Κυριακή, στις 18 του Σεπτέμβρη του 2016, ο Ιωάννης Κατσαντώνης, πλήρης ημερών, εγκατέλειψε τα εγκόσμια στην Θεσσαλονίκη, στην πόλη στην οποία έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Γιάννος όμως, ο θρυλικός Γιαννάκος του Σιδηροκάστρου, δεν έφυγε ακόμα και μου φαίνεται πως θα αργήσει να το κάνει. Θα μείνει για καιρό στις ψυχές των ανθρώπων που είχαν την τύχη να συνυπάρξουν μαζί του και να τον απολαύσουν στη περίοδο της δόξας του στο Σιδερένιο Κάστρο, αλλά και εκείνων που ακόμα και σήμερα παίρνουν μια γεύση από τον απόηχο που άφησε το πέρασμά του από τη μικρή μας πόλη.
Αντώνης Νικ. Φελεσάκης

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο κύριος Γεωργουλάκης


“…Nτροπή σου χαημένο κορμί, είσαι και κρητικός…” Και να απανωτές οι βιτσιές στα καλάμια. Μα εγώ δειλός και φοβισμένος, δεν εννοούσα με τίποτα να μάθω να χορεύω τον πεντοζάλη. Εκείνος μου έδειχνε πάλι και πάλι τα βήματα, αλλά μάταια... Μια μέρα είδε και απόειδε, ταρακούνησε στον αέρα απειλητικά την περιβόητη βίτσα του, με έκλεισε σε μιαν αίθουσα στα υπόγεια του γυμνασίου και ... «Δεν θα βγεις από δω μέσα αν δε μάθεις να το χορεύεις...» Ήθελα να κλάψω αλλά ντρεπόμουν, ήθελα να αποδράσω αλλά δεν τολμούσα. Στην απελπισία μου άρχισα να επαναλαμβάνω τα βήματα μια και δυο και δέκα κι άπειρες φορές στην αίθουσα εκείνη, στο δρόμο, στο σπίτι, ώσπου επιτέλους τα κατάφερα. Από τότε ο πεντοζάλης και οι άλλοι δημοτικοί χοροί έγιναν κομμάτι της ζωής μου, έγιναν τρόπος έκφρασης, κάθε φορά που η ψυχή θέριευε και αναζητούσε τρόπους να ξεσπάσει. Πόδια ελαφρώς ανοιχτά που υποβάσταζαν ένα πλατύ και στιβαρό κορμί και χέρια δεμένα πίσω, κάτω από τη μέση, με τη σφυρίχτρα και το κορδόνι της να αιωρούνται ανάμεσά τους, με το κεφάλι ψηλά και την αετίσια ματιά να ατενίζει μπροστά. Μια αγέρωχη, περήφανη κορμοστασιά, μια λαμπερή φιγούρα στο ασπρόμαυρο κάδρο των καθηγητών στο μαρμάρινο πλατύσκαλο του Παλλατίδειου, ο γυμναστής μας, ο Μιχάλης Γεωργουλάκης, ένας άντρας δωρικός και επιβλητικός, ένας άντρας βαρύς και αυστηρός, που βάσταγε από τις γενιές των κρητικών του Ψηλορείτη, που δεν μιλούσαν πολύ, που δε γελούσαν εύκολα, που έμοιαζαν με την τραχιά φύση του μεγάλου βουνού, μια ήρεμη δύναμη, ένας κρητικός του παλιού καιρού. Τα μαθήματα της γυμναστικής του Μιχάλη δεν ήταν οι συνηθισμένες ώρες της αδιαφορίας, της κοπάνας και του «πάρτε μια μπάλα να παίξετε». Είχαν έμπνευση και πρόγραμμα, είχαν βαθμούς δυσκολίας, απαιτούσαν προσπάθεια και ανταπόκριση, σκόπευαν στην πειθαρχία και την σκληραγώγηση και αποκάλυπταν το μεράκι του να γυμνάσει πραγματικά τους μαθητές και να τους βοηθήσει να καταλάβουν τις αξίες και τα οφέλη του αθλητισμού. Και αυτό μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα υποβάθμισης του μαθήματος από το σύνολο σχεδόν των καθηγητών που λογάριαζαν τον αθλητισμό πράγμα δεύτερο, παρακατιανό. Θυμάμαι πως ακόμα και τις μέρες που ο βαρύς μακεδονικός χειμώνας δεν επέτρεπε να γυμναστούμε έξω στο ύπαιθρο, ο Μιχάλης είχε φροντίσει να είναι έτοιμη και καλά εξοπλισμένη η μεγάλη κλειστή αίθουσα του γυμνασίου, το δικό μας κλειστό γυμναστήριο, έτσι ώστε να μη χάνουμε το μάθημα και να ασκούμαστε στο πλινθίο, στα εφαλτήρια, στα σχοινιά και στα άλλα όργανα. Ο Γεωργουλάκης δεν σχολούσε ποτέ από τη δουλειά, έφευγε μόνο για το μεσημέρι και τα απογεύματα ήταν σχεδόν πάντα στις αυλές του σχολείου, φορώντας απαραίτητα την αθλητική του φόρμα. Ήταν εκεί να φροντίζει τις αθλητικές εγκαταστάσεις, να περιποιείται τα λουλούδια και να παρακολουθεί, να συζητά και να συμβουλεύει όλους εμάς που μαζευόμασταν εκεί, για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα, γνωρίζοντας ότι πιθανότατα θα τον συναντούσαμε. Κάποιες φορές έμπαινε στον πειρασμό να παίξει και αυτός βόλεϊ ή μπάσκετ μαζί μας. Τότε γινόταν ξανά παιδί. Ίδρωνε, φωνασκούσε, αγωνιούσε, επιδοκίμαζε, εμψύχωνε, αγωνιζόταν με πραγματικό πάθος, έδινε τα πάντα για τη νίκη, και έμοιαζε στα μάτια και στη ψυχή μας, ένας αιώνιος έφηβος, ένας ιδανικός αθλητής. Αλλά και εμείς, περήφανοι που παίζαμε με τον γυμναστή μας, βάζαμε τα δυνατά μας για να του δείξουμε πόσο σπουδαίοι αθλητές ήμασταν… Υπέροχες, ανεπανάληπτες ώρες… Ο Μιχάλης αγαπούσε όλα τα αθλήματα, είχε όμως ιδιαίτερη αγάπη για το βόλεϊ. Ήταν ο εμπνευστής και ο στυλοβάτης της περίφημης ομάδας του Γυμνασίου μας που για χρόνια πρωταγωνιστούσε στους σχολικούς αγώνες της ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και της πρώτης ομάδας βόλεϊ της πόλης. Και ήταν τόσο αγαπητός που στη δεύτερη θητεία του στο Σιδερένιο Κάστρο, οι αθλητές του συλλόγου απαίτησαν την άμεση επαναφορά του στη θέση του προπονητή ειδάλλως θα εγκατέλειπαν την ομάδα! Μόνο για το ποδόσφαιρο είχε ενδοιασμούς. Όχι για αυτό το ίδιο το άθλημα, αλλά για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που την θεωρούσε επικίνδυνη για τους μαθητές και μάλλον είχε δίκιο. Ακόμα όμως και εκεί, που δεν πολυσυμπαθούσε, αυτός ο λάτρης του αθλητισμού δήλωνε παρών. Και είναι ακόμη μέσα μου ζωντανή μια στιγμή του, από αυτές που δεν μας συνήθιζε, να διαιτητεύει με την δέουσα σοβαρότητα σε επίσημο ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο στάδιο της πόλης, ντυμένος άψογα με την μαύρη στολή του linesman, κρατώντας τη κόκκινη σημαία και τρέχοντας πάνω κάτω στην πλάγια γραμμή του γηπέδου. Πέρα από τη διοργάνωση σχολικών εσωτερικών πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου, μπάσκετ και βόλεϊ ο Μιχάλης ενθάρρυνε όσους μαθητές είχαν ταλέντο στον στίβο. Τον θυμάμαι, σαν χτες, ένα απόγεμα, στην κάτω αυλή, κοντά στο γήπεδο του μπάσκετ, να συμβουλεύει έναν συμμαθητή μας που επιχειρούσε άλματα στο επί κοντώ με ένα ξύλινο κοντάρι πέφτοντας πάνω σε κάτι πρόχειρα στρώματα. Ήταν μια εικόνα που ερχόταν από το μέλλον, μια εικόνα απίστευτη για μας, που γεμάτοι ανυπόκριτο θαυμασμό παρακολουθούσαμε για πρώτη φορά από κοντά, έναν μαθητή να επιχειρεί σε ένα άθλημα που γνωρίζαμε μόνο από τα τηλεοπτικά επίκαιρα… Αλλά το προσωπικό του στοίχημα και ίσως η πιο αγαπημένη του στιγμή, ήταν η διοργάνωσή των γυμναστικών επιδείξεων, η κορυφαία αθλητική εκδήλωση της σχολικής χρονιάς. Οι επιδείξεις πραγματοποιούνταν συνήθως στο εθνικό στάδιο, μπροστά σε ένα πολυπληθές κοινό που το αποτελούσαν οι αρχές της πόλης, οι καθηγητές και οι οικογένειες των μαθητών. Και ο Μιχάλης φρόντιζε πάντα να παρουσιάζει ένα ξεχωριστό πρόγραμμα, βασισμένο στην έμπνευση αλλά και στη επίπονη προετοιμασία. Πολλές μέρες πριν την τέλεση των επιδείξεων προετοίμαζε με μεθοδικότητα αυτή την σπουδαία εκδήλωση. Δύο τουλάχιστον φορές της εβδομάδας μας υποχρέωνε να βρισκόμαστε στο γήπεδο ή στο γυμνάσιο άλλοτε νωρίς το πρωί, μιαν ώρα πριν την έναρξη των μαθημάτων, και άλλοτε αργά μετά την λήξη, για τις απαραίτητες πρόβες. Κρατώντας μια βίτσα στο χέρι επέβλεπε την πορεία του προγράμματος που περιελάμβανε δύσκολες ασκήσεις και σχηματισμούς. Παρακολουθούσε με σχολαστικότητα τις επιδόσεις κάθε μαθητή και επενέβαινε για να διορθώσει ατέλειες και αδυναμίες, πότε με αυστηρές παρατηρήσεις και πότε με τη βοήθεια της περίφημης βίτσας του… Στο τέλος απέκλειε κάποιους, που παρ’ όλες τις προσπάθειές του, του δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν. Σχεδόν πάντα το θέαμα των γυμναστικών επιδείξεων ήταν εντυπωσιακό. Δεκάδες μαθητές με ομοιόμορφη αθλητική περιβολή εκτελούσαν με αξιοσημείωτο συγχρονισμό και ακρίβεια ασκήσεις θεαματικές και πρωτότυπες, με αποκορύφωμα τις περίφημες πυραμίδες, προκαλώντας τον ενθουσιασμό του κοινού. Οι επιδείξεις έκλειναν με αγωνίσματα στίβου. Και ήταν άλλη μια έξοχη εικόνα να βλέπει κανείς στο στάδιο μιας μικρής πόλης νεαρούς αθλητές να συναγωνίζονται στους δρόμους, στα άλματα, στη σκυταλοδρομία και τους συμμαθητές τους στην εξέδρα, να τους θαυμάζουν, να τους επευφημούν και να τους παροτρύνουν στον αγώνα τους… Στις αξέχαστες αθλητικές εξορμήσεις σε άλλες πόλεις ο Μιχάλης απέβαλε τελείως το κοστούμι του καθηγητή, γινόταν ένα με τους αθλητές και αφηνόταν στη μαγεία της παρέας. Τον θυμάμαι σ’ ένα τέτοιο ταξίδι για την Αλεξανδρούπολη, που ήταν εκείνο τον καιρό η καρδιά του μακεδονικού βόλεϊ, μέσα στο τραίνο, γυμνό πάνω από τη μέση να αστεΐζεται και να παίζει χαρτιά με τους αθλητές, ένα παιδί και αυτός που χαιρόταν να βρίσκεται ανάμεσά μας. Τέλος θυμάμαι και αυτό. Ασπρισμένο από το χιόνι το τοπίο γύρω μας, κάτασπρες και οι αυλές του Γυμνασίου και συνέχιζε να χιονίζει. Αλλά ο Μιχάλης το είχε αποφασίσει. Έξω όλοι, ελαφρό πειθαρχημένο τροχάδην και δυο τρεις γύροι στην αυλή. Και μετά, πάντα συντεταγμένα και με τροχάδην, διασχίσαμε την έρημη πόλη και κατευθυνθήκαμε προς στο δάσος. Εκεί ψηλά, ανάμεσα στα χιονισμένα πεύκα, διέταξε παύση του σχηματισμού και ελεύθερο παιχνίδι. Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Ανελέητος χιονοπόλεμος, κέφι, καζούρες, ασταμάτητο γέλιο και τέλος η κάθοδος του λόφου με το σώμα αφημένο να γλιστρά πάνω στο χιόνι, σαν σε τσουλήθρα. Και κάναμε πραγματικά αγώνα καθώς κυλούσαμε με μεγάλη ταχύτητα πάνω στην χιονισμένη πλαγιά, για να μη βρεθούμε με σφηνωμένο ανάμεσα στα σκέλια μας κάποιο κορμό από τα δεκάδες πεύκα του λόφου που ξεφύτρωναν κάθε τόσο μπροστά μας σε εκείνη την τρελή, την παράτολμη κατάβαση. Αυτά και άλλα πολλά υπήρξε ο Μιχάλης, ένας γυμναστής δίχως κανόνες και πρότυπα, δίχως καλούπι, ένας αφοσιωμένος του αθλητισμού. Ήταν ένας δάσκαλος που μας μύησε στα ιδανικά του ευ αγωνίζεσθαι, ένας εμπνευσμένος καθοδηγητής και ένας αγαπημένος συνοδοιπόρος στο μαγικό ταξίδι της νιότης στον κόσμο της άθλησης. Κύριε Γεωργουλάκη, κύριε καθηγητά, Μιχάλη της γυμναστικής, των στίβων, των αγώνων και της χαράς του παιχνιδιού, όλοι εμείς οι μαθητές εκείνου του Γυμνασίου Σιντικής, σου χρωστάμε πολλά και σε ευχαριστούμε από καρδιάς. Και είναι και κάτι στιγμές που σκεφτόμαστε πως οι πιο πολλοί σπουδασμένοι και φημισμένοι γυμναστές του σήμερα, αυτοί οι επαγγελματίες του αθλητισμού, δεν πιάνουν μια πεντάρα μπροστά σου.
Αντώνης Φελεσάκης

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ένας έρωτας αλλιώτικος

Όχι αυτός δεν ήταν εφήμερος, περαστικός. Αυτός ούτε ξεθώριασε ούτε ξεπεράστηκε ποτέ. Ακόμα και σήμερα που το φως λιγοστεύει και οι σκιές περισσεύουν, εκείνος παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους έρωτες, από αυτούς που κρατάνε μια ζωή, από αυτούς που από την πρώτη στιγμή σε μαγεύουν, σε παγιδεύουν και σε κάνουν δικό τους για πάντα. Όλες οι ερωμένες του ήταν σαγηνευτικές, αλλά εκείνη η ασπρόμαυρη, με τα εξάγωνα και τις ραφές, ήταν η πιο ακριβή η πιο περιζήτητη, εκείνη που μας έκανε να ξεροσταλιάζουμε στις προθήκες του βιβλιοπωλείου στην πλατεία της πόλης, έτσι που τη βλέπαμε να δεσπόζει στη βιτρίνα αστραφτερή και ολοκαίνουργια. Ήταν μια γλυκιά πρόκληση, μια απίστευτη επιθυμία που μας κυρίευε, να ενωθούμε μαζί της, να την πάρουμε μαζί μας, να την κάνουμε δικιά μας, στο δωμάτιό μας, και σε εκείνες τις επικές εξορμήσεις, στους δρόμους, στις αλάνες, στα χωράφια, στις εκδρομές, στις κατασκηνώσεις, στις παραλίες και βέβαια στο μοναδικό γήπεδο της μικρής μας πόλης. Και όταν εκείνη πληγωνόταν και σχιζόταν από το ασταμάτητο παιχνίδι, την περιποιούμασταν με περισσή φροντίδα για να την κάνουμε πάλι «καλή» και ικανή να μας παρασύρει ξανά στο χορό της. Είχαμε τόσο πολύ αγωνία να μη την χάσουμε, ώστε είχαμε μάθει να κάνουμε τις περίφημες εσωτερικές ραφές, όταν την επισκευάζαμε, εκείνες τις ραφές που απαιτούσαν τέχνη στο ράψιμο με τη σακοράφα, γιατί δεν έπρεπε να φαίνονται και να εκτίθενται στην τριβή και τη φθορά. Τα απογεύματα μετά τα μαθήματα, χωρίς καλά καλά να έχουμε βάλει κάτι στο στόμα, βγαίναμε στο δρόμο της γειτονιάς, πετώντας στο ράφι τη σχολική τσάντα και στις καλένδες το διάβασμα της αυριανής μέρας. Στα γρήγορα διαμορφώναμε ένα μεγάλο κομμάτι του δρόμου σε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο ειδικών κατά την περίσταση διαστάσεων, με αόρατες και αυτονόητες διαγραμμίσεις και με τέσσερις μεγάλες πέτρες που όριζαν στοιχειωδώς τη θέση των τερμάτων. Σε αυτό το αυτοσχέδιο γήπεδο περνούσαμε ατελείωτες ώρες παίζοντας συνήθως με προβληματικές λαστιχένιες μπάλες που στη διάρκεια του παιχνιδιού έσκαγαν πολλές φορές πάνω στα διάφορα αιχμηρά αντικείμενα και στ’ αγκάθια και τις αντικαθιστούσαμε εκ των ενόντων, παίζοντας ανελέητα, μέχρι να σκοτεινιάσει, και κάποιες φορές ακόμα πιο αργά, κάτω από το φως των στύλων της ΔΕΗ, ενώ οι γονείς παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα άναυδοι και απελπισμένοι… Άλλες φορές πάλι περνούσαμε ώρες ατελείωτες παρακολουθώντας την ομάδα της πόλης στις καθημερινές της προπονήσεις. Παρακολουθούσαμε τα πάντα εκστατικοί, αφοσιωμένοι, συνεπαρμένοι, αφιερωμένοι στη στρογγυλή θεά. Η μέρα έφευγε και εμείς μέναμε μέχρι το τέλος της προπόνησης και πολύ μετά, για να μη χάσουμε τίποτε από ό,τι ακολουθούσε: τις συζητήσεις στα αποδυτήρια, τα απολαυστικά και συχνά σπαρταριστά στιγμιότυπα, τα σχόλια, τις προβλέψεις και τις ατάκες του προπονητή και όλα τα παραλειπόμενα της ομάδας. Ήταν ένας έρωτας που μας κρατούσε σε διαρκή ένταση, που είχε κυριέψει τα λογικά μας, που είχε κυριαρχήσει στη ζωή μας. Τις ώρες που δεν παίζαμε μπάλα, που δεν παρακολουθούσαμε μπάλα και που δεν συζητούσαμε για μπάλα, τις αφιερώναμε στη μελέτη των εφημερίδων που μιλούσαν για τη μπάλα. Ρουφούσαμε κυριολεκτικά κάθε είδηση, διαβάζαμε όλες τις κριτικές των αγώνων, αποστηθίζαμε ονόματα αθλητών, δημοσιογράφων, προέδρων, παραγόντων, ενημερωνόμασταν για όλες τις αθλητικές δραστηριότητες, γνωρίζαμε απέξω τις συνθέσεις των περισσοτέρων ομάδων και δεν μας ξέφευγαν ούτε τα νέα των ερασιτεχνικών κατηγοριών. Όλη αυτή η διαδικασία είχε μια ακαταμάχητη γοητεία, γιατί μας άφηνε να φανταζόμαστε και να δημιουργούμε εμείς, με τις δικές μας εικόνες, τον δικό μας υπέροχο κόσμο της μπάλας... Πόσες φορές για χάρη αυτής της στρογγυλής Θεάς πληγώσαμε τα κορμιά μας άλλοτε πέφτοντας με ορμή και αυτοθυσία στα πόδια των αντιπάλων για να τους ανακόψουμε, άλλοτε σκοντάφτοντας πάνω στις πέτρες και στα χαλίκια και άλλοτε κάνοντας βουτιές, μπλονζόν, εκτινάξεις και …ανατινάξεις πάνω στα τριβόλια … Και πόσες φορές πάλι για χάρη της, σταθήκαμε ώρες πολλές, όρθιοι στα καφενεία και στα ΠΡΟ-ΠΟ της πόλης, χωρίς να έχουμε συχνά ούτε τη δραχμή για την πορτοκαλάδα που θα δικαιολογούσε την παρουσία μας εκεί, ώρες πολλές για να παρακολουθήσουμε γεμάτοι έκσταση και πάθος τα μεγάλα παιχνίδια της εποχής μας, με κορυφαίο εκείνο το αξέχαστο παγκόσμιο κύπελλο του 1970, τότε που η Βραζιλία του Πελέ κατακτούσε το τρόπαιο, τότε που από τους πανηγυρισμούς κοντέψαμε να γκρεμίσουμε το ΠΡΟ-ΠΟ, τότε που ακόμα και ο ιδιοκτήτης του, τρελός από ενθουσιασμό για τα γκολ της Βραζιλίας κλωτσούσε με μανία τις καρέκλες και την άλλη μέρα μας παραπονιόταν πως του ¨χαλάσαμε¨ το μαγαζί… Και ήταν που για χάρη της δημιουργήσαμε την ομάδα της γειτονιάς μας, τον Φίλιππο, από το όνομα του ομώνυμου δρόμου και «κατασκευάσαμε» και το γήπεδό της σε ένα μικρό ακάλυπτο χώρο. Θα ήταν 50-60 μέτρα μήκος και λίγο λιγότερα πλάτος. Χώρος πολύ μικρός και μάλλον ακατάλληλος για μπάλα. Το κυριότερο μειονέκτημα του ήταν ότι γειτόνευε με το ποτάμι. Έτσι κάθε φορά που η μπάλα έφευγε, και ήταν άπειρες αυτές οι φορές, τρέχαμε κάτω μέχρι την κοίτη του ποταμιού να την μαζέψουμε. Όμως αυτό δεν μας πτοούσε καθόλου. Με απίστευτο μεράκι και υπομονή μεταμορφώσαμε αυτό το χωράφι σε ένα μίνι γήπεδο - προπονητήριο, με δοκάρια, τέρματα και δίχτυα, όλα φτιαγμένα με αυτοσχέδιους και ευρηματικούς τρόπους. Εκεί περνούσαμε ώρες ατελείωτες με αχώριστη συντροφιά μας τη μπάλα. Στη πόλη υπήρχαν, εκτός του Φιλίππου, και άλλες αυτοσχέδιες ομάδες γειτονιάς, πολύ πιο οργανωμένες και πιο δυνατές. Και πολύ συχνά, συνήθως τα κυριακάτικα πρωινά, γίνονταν ποδοσφαιρικές συναντήσεις ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες. Σ’ αυτούς τους επικούς αγώνες έβλεπε κανείς παιδιά να μάχονται κυριολεκτικά για την τιμή, την υπόληψη και το γόητρο της γειτονιάς, παίζοντας με αυταπάρνηση και φανατισμό για τη νίκη. Άλλοτε πάλι, παιδιά από διαφορετικές γειτονιές συγκροτούσαν ομάδες αντιπροσωπευτικές της πόλης που έπαιξαν με διπλανά χωριά. Τότε το διακύβευμα ήταν το γόητρο ολόκληρης της πόλης… Πάνε ίσως σαράντα δυο χρόνια όταν, για χάρη της, ένα κυριακάτικο πρωινό, δυο νεαροί ξεκίνησαν τρέχοντας μια διαδρομή έντεκα χιλιομέτρων για να παρακολουθήσουν ένα δύσκολο αγώνα της ομάδας σε ένα διπλανό χωριό. Σαράντα δύο χρόνια πριν και όμως η εικόνα μοιάζει χθεσινή: γλυκό κρύο πρωινό, μουντός συννεφιασμένος καιρός με λίγες ίσως σταγόνες βροχής και μπροστά ο θαμπός ορίζοντας του μακεδονικού κάμπου, ελαφρύ άνετο τρέξιμο προπόνησης, και με την ανείπωτη αύρα της φιλίας να τους συνοδεύει και να τους διαπερνά σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Στο τέλος λίγο πριν την είσοδο στο χωριό το λεωφορείο της ομάδας τους προλαβαίνει και εκείνοι κουρασμένοι αλλά αμήχανοι και χαμογελαστοί επιβιβάζονται για το υπόλοιπο της διαδρομής, μπροστά στα έκπληκτα μάτια φιλάθλων και αθλητών που δυσκολεύονται να πιστέψουν πως αυτά τα δυο παιδιά είχαν το κουράγιο να διανύσουν τρέχοντας τόσα χιλιόμετρα για χάρη της ομάδας. Αλλά δεν ήταν μόνο η ασπρόμαυρη η μοναδική ερωμένη. Ήταν και η άλλη η κατάλευκη. Σε εκείνα τα χρόνια, τότε που μπάλα για τους πιο πολλούς σήμαινε μόνο ποδόσφαιρο, τότε που η επίσημη αθλητική προπαγάνδα της δικτατορίας επένδυε μόνο στο ποδόσφαιρο, το γυμνάσιο της πόλης μας πρωτοτυπούσε και πρωτοπορούσε. Μόνοι ή σχεδόν μόνοι, με τη βοήθεια του γυμναστή, ενός αξεπέραστου εραστή του παιχνιδιού και του αθλητισμού, που και μόνο στη θύμησή του τα μάτια θαμπώνουν από δάκρυα συγκίνησης και ευγνωμοσύνης, οι μαθητές του Γυμνασίου της πόλης είχαν ανάγει το βόλεϊ στο κορυφαίο άθλημα του σχολείου και συναγωνίζονταν ισότιμα πολυπληθέστερες πόλεις και περιοχές της Μακεδονίας. Οι αθλητικές αναμετρήσεις για το σχολικό πρωτάθλημα ανάμεσα στο Γυμνάσιο της πόλης και σε αντίστοιχα άλλων μακεδονικών πόλεων ήταν κάτι το ασύλληπτο για εκείνα τα χρόνια αλλά πολύ περισσότερο για σήμερα. Τα μαθήματα διακόπτονταν τη συγκεκριμένη μέρα για κάποιες ώρες και σύσσωμη η κοινωνία του Γυμνασίου, καθηγητές, μαθητές, επιστάτες, καθαριστές, παρακολουθούσαν το παιχνίδι ξεσπώντας συχνότατα σε ιαχές επιδοκιμασίας και συμπαράστασης προς τους μαθητές-αθλητές. Αυτό το εκπληκτικό σκηνικό συμπλήρωνε η ανεπανάληπτη εικόνα ενός ανοικτού γηπέδου βόλεϊ, φροντισμένου μεθοδικά, στρωμένου με λευκό χαλίκι, με περιποιημένο το δίχτυ του και φρεσκοβαμμένες τις κολώνες που το στήριζαν, με ασβεστωμένες τις διαχωριστικές γραμμές του, και με το διαχρονικό μότο «νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ» να δεσπόζει στον απέναντι τοίχο. Αλλά αγαπήσαμε και την πορτοκαλί μπάλα. Χρόνια πολλά πριν το μπάσκετ γίνει η αγαπημένη ενασχόληση των νέων στην Ελλάδα, το σχολείο και αργότερα η πόλη συγκρότησε ομάδες μπάσκετ και έκανε μια αρχή. Χωρίς προπονητές, χωρίς στοιχειώδεις υποδομές, αλλά με την βοήθεια λίγων εμπνευσμένων ανθρώπων που αγαπούσαν τον αθλητισμό, δημιουργήσαμε μια ομάδα, την πρώτη ομάδα μπάσκετ του σχολείου και της πόλης, παίξαμε σε κατηγορία, κάναμε κάτι, ανοίξαμε τον δρόμο. Ηρωικές εποχές, φτάνει να θυμηθούμε τα ξύλινα ταμπλό, και το τσιμεντένιο δάπεδο του πρώτου γηπέδου της πόλης. Φτάνει να θυμηθούμε τις στρατιωτικές αρβύλες, τις κομμένες στο μπροστινό μέρος για να είναι ελεύθερα τα δάκτυλα των ποδιών που φορούσε όταν έπαιζε ο παίκτης-προπονητής της πρώτης μας ομάδας, μιας και δεν υπήρχαν αθλητικά παπούτσια στο νούμερό του! Φτάνει να θυμηθούμε πως τα βασικά, τα περίφημα fundamentals του μπάσκετ που λένε και οι αμερικάνοι, τα διδαχτήκαμε παρακολουθώντας στην τηλεόραση Beograd TV, τους μεγάλους άσσους της ενωμένης, τότε, Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, Τσόσιτς, Σλάβνιτς, και τόσους άλλους να αγωνίζονται στο σπουδαίο πρωτάθλημα της χώρας τους, αυτούς τους αθλητές που κατέκλυσαν τη Ελλάδα στα κατοπινά χρόνια. Φτάνει να θυμηθούμε το αυτοσχέδιο καλάθι στην ταράτσα του σπιτιού, χωρίς ταμπλό, καμωμένο από μπετόβεργα και προσαρμοσμένο στο στύλο που στήριζε το σύρμα που η μάνα άπλωνε τη μπουγάδα της! Και ήταν η μπάλα πάλι η αφορμή για εκείνες τις υπέροχες και περιπετειώδεις εκδρομές που συχνά επιχειρούσαμε πότε στα κοντινά χωριά και πότε στις πόλεις της Μακεδονίας, στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη. Αιτία οι διάφοροι σχολικοί αγώνες βόλεϊ και μπάσκετ, οι φιλικές ποδοσφαιρικές συναντήσεις, και οι αγώνες για τα πρωταθλήματα των τοπικών ενώσεων… Και ήταν εκδρομές με αξέχαστα και σπαρταριστά στιγμιότυπα αλλά και με μεγάλες συζητήσεις και αναζητήσεις που έχτισαν σχέσεις που έμελλε να αντέξουν … Και τα χρόνια πέρασαν… και κινήσαμε γι’ αλλού πια… Αλλά είπαμε πως αυτός ο έρωτας κρατάει πολύ. Πιο συστηματικά και επαγγελματικά τώρα, η μπάλα συνέχιζε να είναι η καθημερινή συντροφιά και ενασχόλησή μας, τόσο στα τελευταία χρόνια του Γυμνασίου όσο και στους αθλητικούς συλλόγους και στο στρατό. Και αυτό παρά τον μεγάλο βραχνά του αύριο, και της αποκατάστασης που μας τυραννούσε. Ίσως γιατί η συντροφιά της λειτούργησε λυτρωτικά εκείνο τον δύσκολο καιρό. Ίσως γιατί εκεί βρήκαν καταφύγιο η ανασφάλεια και η αναζήτηση, τα όνειρα και η ελπίδα. Και δημιουργήθηκαν σχέσεις και συντροφιές και φιλίες και έρωτες που κράτησαν, και γεννήθηκαν αναμνήσεις που μας σημάδεψαν, και δικαιώθηκαν επίμονες προσπάθειες που μας γέμισαν ανείπωτες χαρές. Βεβαίως στον δρόμο αυτό υπήρξαν και δυσκολίες πολλές, σοβαροί τραυματισμοί και εγχειρήσεις, αλλά εμείς σταθήκαμε εκεί, πιστοί για χρόνια στη σαγήνη του έρωτά της. Ώσπου οι αντοχές μειώθηκαν, οι καταστάσεις άλλαξαν, τα χρόνια μας πήραν. Δεν ήταν που δε θέλαμε πια, ήταν που δεν μπορούσαμε. Αλλά ακόμη και τότε ακόμη και τώρα, βρίσκουμε το χρόνο και τον τρόπο να είμαστε συνεπείς στα λιγοστά πια ραντεβού μαζί της… Αυτή η μπάλα, αυτός ο ιδανικός έρωτας, αυτή η στρογγυλή Θεά… Έτσι όπως τη βλέπω σήμερα να κυκλοφορεί σε αφθονία στις σύγχρονες αθλητικές συναντήσεις και κάθε φορά που βγαίνει εκτός αγωνιστικού χώρου, - άουτ ή αράουτ όπως λέγαμε τότε, -και οι νεαροί να την αντικαθιστούν αμέσως ρίχνοντας στο γήπεδο αμέσως δυο, τρεις η και τέσσερις άλλες, εφεδρικές, απόλυτα όμοιες, για να συνεχιστεί το παιχνίδι, νοσταλγώ εκείνη την άλλη εποχή, τότε που τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή ήταν δύσκολα και ακριβά, τότε που η ίδια η ζωή μας ήταν δύσκολη και ακριβή, τότε που λαχταρούσαμε πολύ, πεθυμούσαμε πολύ και αγαπούσαμε πολύ. Και ναι, την ερωτευτήκαμε πολύ τη μπάλα… Την αγαπήσαμε πολύ και για τη χαρά του παιχνιδιού που απλόχερα μας χάρισε αλλά πιο πολύ γιατί μας δίδαξε αξίες και ιδανικά που από τότε συντροφεύουν το διάβα μας: το ομαδικό πνεύμα, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, τη φιλία και μας έμαθε, άλλους νωρίς και άλλους αργότερα, να κερδίζουμε και να χάνουμε, έτσι όπως ακριβώς έμελλε να συμβεί στο μεγάλο παιχνίδι του αύριο, στο παιχνίδι της ζωής.
Αντώνης Νικ. Φελεσάκης
13.04.2016

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

ΠΟΝΤΙΟΙ ΚΑΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ

ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΎΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΛΗΞΗΣ ΤΗΣ 1ης ΜΑΘΗΤΙΑΔΑΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΖΑΝΗΣ.
https://youtu.be/7DeNVq-xODE

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Σκέψεις πάνω σε μια διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου
Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης, ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πάντα επίκαιρος. Έτσι, πιστεύω πως δεν είναι ποτέ «πολύ αργά» για να μιλήσει κάποιος γι’ αυτόν. Παρακολούθησα πρόσφατα, για μία ακόμα φορά, την ιστορική διάλεξή του με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» (δείτε το video που παρατίθεται στο τέλος). Ο Λιαντίνης παρομοίασε τη διάλεξη με επιστημονικό «συμπόσιο», κάτι που ασφαλώς δεν ήταν. (Σημειώνω, για την ιστορία, ότι το κοινό αποτελείτο από στρατιωτικούς γιατρούς.) Βλέποντας τη διάλεξη, θαύμασα και πάλι την ευρυμάθεια και το έξω από τα ανθρώπινα μέτρα μνημονικό του καθηγητή. Ταυτόχρονα, όμως, έμεινα με κάποια ερωτήματα που, δυστυχώς, ο άνθρωπος που κατήγγειλε τον θάνατο του δασκάλου («πέθανε ο δάσκαλος») φρόντισε με την πρόωρη αποχώρησή του να μείνουν αναπάντητα, αφού ήταν αυτός ο ίδιος, τελικά, που διέπραξε τον φόνο! Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μιλήσω, τονίζοντας εξαρχής ότι τοποθετούμαι από τη σκοπιά ενός απλού ακροατή, όχι ενός ειδήμονος στη Φιλοσοφία (κάτι που δεν είμαι). Κάποιου που, ίσως, θα ήθελε να βρισκόταν στο αμφιθέατρο για να διατυπώσει τις συνηθισμένες, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, απορίες που ακούγονται στο τέλος μιας ομιλίας… Σταχυολογώ καταρχήν μερικά σημεία της ομιλίας που θεωρώ σημαντικά, διατηρώντας κατά το δυνατόν τα αυθεντικά εκφραστικά μέσα του ίδιου του Λιαντίνη (δικές μου επισημάνσεις εμφανίζονται μέσα σε αγκύλες). Σημειώνω ότι ο Λιαντίνης (προς απογοήτευσή μου, ομολογώ) αποφεύγει να δώσει τον ορισμό του θανάτου («τι είναι θάνατος, όλοι ξέρουμε», «ο ορισμός είναι φοβερά δύσκολο πράγμα»), αναπτύσσοντας έτσι ένα θέμα του οποίου το βασικό αντικείμενο δεν καθορίζεται απόλυτα. 1. Την Αττική Τραγωδία γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. Για να υποστηρίξει την άποψή του αυτή, ο Λιαντίνης παραθέτει ως «γεωμετρική απόδειξη» το γεγονός ότι όλοι οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος. 2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος! 3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»). 4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και το σκοπό. Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στο θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου). [Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!] 5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από το φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος…» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από το φόβο του θανάτου. [Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.] 6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί! [Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας…] 7. Ο έρωτας είναι συνάρτηση του θανάτου. Μια έντονα ερωτική κατάσταση, μια βαθιά ερωτική βίωση, ποτέ δεν θα τη ζήσουμε στη φυσική της διάσταση και δεν θα είναι αληθινή αν δεν συνοδεύεται από το φαινόμενο του θανάτου. Γι’ αυτό όλοι οι μεγάλοι ποιητές που μας περιέγραψαν μεγάλους έρωτες, τους οδηγούν στην καταστροφή (π.χ., Ρωμαίος και Ιουλιέτα). [Στην «Γκέμμα» (σελ. 14) ο Λιαντίνης γράφει ότι «ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας». Αναρωτιέμαι, εν τούτοις, αν η δραματική ποίηση, για να θεωρηθεί σημαντική, πρέπει εξ ορισμού να αδυνατεί να περιγράψει τον έρωτα σαν πηγή ζωής και σαν λόγο ύπαρξης κι αιτία αναγέννησης του ανθρώπου. Σε επίπεδο μουσικής, θα πρέπει μήπως να καταδικάσουμε τον Parsifalτου Wagner ως στερούμενο δραματικής αξίας, με το αιτιολογικό ότι ο έρωτας λειτουργεί ως μέσο αυτογνωσίας αντί ως μέσο καταστροφής;] Μετά το πέρας της κύριας ομιλίας, και σε ερώτηση ακροατή πάνω στο θέμα «έρωτας και θάνατος», ο Λιαντίνης απαντά λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο, είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό!» Και συνεχίζει κάνοντας μια περίεργη, για παιδαγωγό, τοποθέτηση που δείχνει (το λέω με επιφύλαξη, γιατί ο λόγος του είναι κάπως συγκεχυμένος) να κατακρίνει την αυτοπροστατευτική στάση των σημερινών νέων στον έρωτα: «Γι’ αυτό ακριβώς και σήμερα με την ερωτική ελευθεριότητα, με το ότι ξεφεύγουμε τους κινδύνους, βρίσκουμε λύσεις εναλλακτικές, κλπ., έχουμε καταντήσει και λέμε τα κορίτσια μας (…) ‘φλωρίνες’ και τα αγόρια τα λέμε ‘φλώρους’: δεν ξέρουν να ερωτευτούν.» Τέλος, σε ερώτηση άλλου ακροατή για την ύπαρξη ζωής μετά τον θάνατο, ο Λιαντίνης έδωσε μία μάλλον αναμενόμενη, για έναν εκ πεποιθήσεως άθεο, απάντηση: «Υπάρχει μία ‘ζωή’ μετά θάνατον, η ακόλουθη: Εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε στη Φιλοσοφία, ‘ενδοκοσμική αθανασία’.» Όπως γρήγορα γίνεται φανερό στη συνέχεια, αυτή η οιονεί «αθανασία» στην οποία αναφέρεται δεν είναι άλλη από το ματαιόδοξο κυνήγι της υστεροφημίας. Ανθρώπινη αδυναμία από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μυθικός Οδυσσέας, όπως πολύ εύστοχα, ομολογώ, καταδεικνύει ο ομιλητής χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από την «Οδύσσεια». Παρακολουθώντας την ομιλία, εντόπισα κάτι που, σ’ εμένα τουλάχιστον τον μη-ειδικό στη Φιλοσοφία, φαντάζει σαν εσωτερική αντινομία του λιαντινικού συστήματος θεώρησης του θανάτου. Συγκεκριμένα, ο Λιαντίνης μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα σε μια αιτιοκρατική και μια τελεολογική ερμηνεία του φαινομένου. Ας εξηγήσω τι εννοώ, ξεκινώντας από μερικούς απαραίτητους ορισμούς. Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε τη φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από ένα σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μια προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα. Στην αρχή της ομιλίας, ο θάνατος παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ζωής, με το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να συμφιλιωθεί. Είναι «ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν» και αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα για τον άνθρωπο. Είναι σαφές εδώ ότι ο θάνατος (ως αποτέλεσμα) υπάρχει λόγω του ότι προϋπήρξε η ζωή, και θα έχανε κάθε νόημα χωρίς αυτήν. Βλέπουμε έτσι μια αιτιοκρατική αντίληψη της ιδέας του θανάτου. Στη συνέχεια, όμως, ακούμε ότι «ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας» και πως «ό,τι κάνουμε θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από το πώς θα πεθάνουμε». Με άλλα λόγια, κύριος (αν όχι μοναδικός) σκοπός της ζωής μας είναι η προετοιμασία του θανάτου μας. Η ζωή (ως προϋπάρχον αίτιο) αποτιμάται από το αποτέλεσμά της, τον θάνατο, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως πεδίο προετοιμασίας του θανάτου, χωρίς τον οποίο η ζωή θα έχανε το νόημά της. Μια εμφανώς τελεολογική αντίληψη του νοήματος της ζωής. Θα τολμούσα να υποθέσω ότι, κατά τον Λιαντίνη, δεν έχει τόση σημασία το πώς έζησε κάποιος, όση το πώς πέθανε. Κι αν θέλει να πεθάνει με τον «σωστό τρόπο», θα πρέπει να φροντίζει γι’ αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό μιας επίκαιρης παρατήρησης. Ζούμε στις μέρες μας τον εφιάλτη μιας δολοφονικής και ανεξέλεγκτης, προς το παρόν, παγκόσμιας τρομοκρατίας. Τις κοινωνίες μας απειλεί μια ολοένα αυξανόμενη ομάδα φανατικών, τα μέλη της οποίας διακατέχονται από μια μεθοδικά καλλιεργημένη και καλά ριζωμένη ιδέα: πως ολόκληρη τη ζωή τους οφείλουν να την αφιερώσουν στην προετοιμασία ενός εκούσιου θανάτου που θα τους χαρίσει την αθανασία. Στόχος, ο αφανισμός των «απίστων» και η βίαιη μετάβαση του κόσμου που γνωρίζουμε σε μια νέα τάξη πραγμάτων, κάτι που θα ισοδυναμούσε με πολιτισμική οπισθοδρόμηση προς τον σκοταδισμό. Χωρίς, φυσικά, να έχω την παραμικρή πρόθεση να συγκρίνω διακριτές και άσχετες μεταξύ τους κοσμοθεωρίες, δεν μπορώ να μη σταθώ σε κάποιες αξιοπρόσεκτες ομοιότητες. Μεταξύ αυτών βρίσκονται και ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά συμπεριφοράς των «οπαδών»: φανατισμός, μισαλλοδοξία, εχθροπάθεια προς την αντίθετη άποψη, κατασυκοφάντηση – ενίοτε σε υβριστικούς τόνους – των διαφωνούντων (έχω προσωπική πείρα)… Ως παιδαγωγός, πιστεύω πως κάθε διδασκαλία θα πρέπει να στοχεύει στην ψυχική και πνευματική ανύψωση του ανθρώπου και στην ανάδειξη της αξίας της ζωής. Στους μαθητές μας – μα και στην κοινωνία, ευρύτερα – θα πρέπει να διδάσκουμε τον θάνατο όχι ως υπέρτατη αξία, στην προοπτική της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να αφιερώσει την κάθε στιγμή της ζωής του, αλλά σαν ένα οριακό γεγονός μιας πορείας συνειδητότητας κι αυτογνωσίας (για να θυμηθούμε και τον – αγαπημένο στον Δ. Λιαντίνη – Σωκράτη). Πορεία που πρέπει να διανύσουμε όχι μόνο για το τέλος της (που δεν ταυτίζεται με το σκοπό της) μα κυρίως για το ίδιο το ταξίδι, όπως θα ‘λεγε κι ο ποιητής, επίσης αγαπημένος στον Λάκωνα ομιλητή!
Video: https://youtu.be/FtOdw4oDhTA
απο το blog του φίλου Κώστα Παπαχρήστου. http://costaspap.blogspot.gr/