Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο κύριος Γεωργουλάκης


“…Nτροπή σου χαημένο κορμί, είσαι και κρητικός…” Και να απανωτές οι βιτσιές στα καλάμια. Μα εγώ δειλός και φοβισμένος, δεν εννοούσα με τίποτα να μάθω να χορεύω τον πεντοζάλη. Εκείνος μου έδειχνε πάλι και πάλι τα βήματα, αλλά μάταια... Μια μέρα είδε και απόειδε, ταρακούνησε στον αέρα απειλητικά την περιβόητη βίτσα του, με έκλεισε σε μιαν αίθουσα στα υπόγεια του γυμνασίου και ... «Δεν θα βγεις από δω μέσα αν δε μάθεις να το χορεύεις...» Ήθελα να κλάψω αλλά ντρεπόμουν, ήθελα να αποδράσω αλλά δεν τολμούσα. Στην απελπισία μου άρχισα να επαναλαμβάνω τα βήματα μια και δυο και δέκα κι άπειρες φορές στην αίθουσα εκείνη, στο δρόμο, στο σπίτι, ώσπου επιτέλους τα κατάφερα. Από τότε ο πεντοζάλης και οι άλλοι δημοτικοί χοροί έγιναν κομμάτι της ζωής μου, έγιναν τρόπος έκφρασης, κάθε φορά που η ψυχή θέριευε και αναζητούσε τρόπους να ξεσπάσει. Πόδια ελαφρώς ανοιχτά που υποβάσταζαν ένα πλατύ και στιβαρό κορμί και χέρια δεμένα πίσω, κάτω από τη μέση, με τη σφυρίχτρα και το κορδόνι της να αιωρούνται ανάμεσά τους, με το κεφάλι ψηλά και την αετίσια ματιά να ατενίζει μπροστά. Μια αγέρωχη, περήφανη κορμοστασιά, μια λαμπερή φιγούρα στο ασπρόμαυρο κάδρο των καθηγητών στο μαρμάρινο πλατύσκαλο του Παλλατίδειου, ο γυμναστής μας, ο Μιχάλης Γεωργουλάκης, ένας άντρας δωρικός και επιβλητικός, ένας άντρας βαρύς και αυστηρός, που βάσταγε από τις γενιές των κρητικών του Ψηλορείτη, που δεν μιλούσαν πολύ, που δε γελούσαν εύκολα, που έμοιαζαν με την τραχιά φύση του μεγάλου βουνού, μια ήρεμη δύναμη, ένας κρητικός του παλιού καιρού. Τα μαθήματα της γυμναστικής του Μιχάλη δεν ήταν οι συνηθισμένες ώρες της αδιαφορίας, της κοπάνας και του «πάρτε μια μπάλα να παίξετε». Είχαν έμπνευση και πρόγραμμα, είχαν βαθμούς δυσκολίας, απαιτούσαν προσπάθεια και ανταπόκριση, σκόπευαν στην πειθαρχία και την σκληραγώγηση και αποκάλυπταν το μεράκι του να γυμνάσει πραγματικά τους μαθητές και να τους βοηθήσει να καταλάβουν τις αξίες και τα οφέλη του αθλητισμού. Και αυτό μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα υποβάθμισης του μαθήματος από το σύνολο σχεδόν των καθηγητών που λογάριαζαν τον αθλητισμό πράγμα δεύτερο, παρακατιανό. Θυμάμαι πως ακόμα και τις μέρες που ο βαρύς μακεδονικός χειμώνας δεν επέτρεπε να γυμναστούμε έξω στο ύπαιθρο, ο Μιχάλης είχε φροντίσει να είναι έτοιμη και καλά εξοπλισμένη η μεγάλη κλειστή αίθουσα του γυμνασίου, το δικό μας κλειστό γυμναστήριο, έτσι ώστε να μη χάνουμε το μάθημα και να ασκούμαστε στο πλινθίο, στα εφαλτήρια, στα σχοινιά και στα άλλα όργανα. Ο Γεωργουλάκης δεν σχολούσε ποτέ από τη δουλειά, έφευγε μόνο για το μεσημέρι και τα απογεύματα ήταν σχεδόν πάντα στις αυλές του σχολείου, φορώντας απαραίτητα την αθλητική του φόρμα. Ήταν εκεί να φροντίζει τις αθλητικές εγκαταστάσεις, να περιποιείται τα λουλούδια και να παρακολουθεί, να συζητά και να συμβουλεύει όλους εμάς που μαζευόμασταν εκεί, για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα, γνωρίζοντας ότι πιθανότατα θα τον συναντούσαμε. Κάποιες φορές έμπαινε στον πειρασμό να παίξει και αυτός βόλεϊ ή μπάσκετ μαζί μας. Τότε γινόταν ξανά παιδί. Ίδρωνε, φωνασκούσε, αγωνιούσε, επιδοκίμαζε, εμψύχωνε, αγωνιζόταν με πραγματικό πάθος, έδινε τα πάντα για τη νίκη, και έμοιαζε στα μάτια και στη ψυχή μας, ένας αιώνιος έφηβος, ένας ιδανικός αθλητής. Αλλά και εμείς, περήφανοι που παίζαμε με τον γυμναστή μας, βάζαμε τα δυνατά μας για να του δείξουμε πόσο σπουδαίοι αθλητές ήμασταν… Υπέροχες, ανεπανάληπτες ώρες… Ο Μιχάλης αγαπούσε όλα τα αθλήματα, είχε όμως ιδιαίτερη αγάπη για το βόλεϊ. Ήταν ο εμπνευστής και ο στυλοβάτης της περίφημης ομάδας του Γυμνασίου μας που για χρόνια πρωταγωνιστούσε στους σχολικούς αγώνες της ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και της πρώτης ομάδας βόλεϊ της πόλης. Και ήταν τόσο αγαπητός που στη δεύτερη θητεία του στο Σιδερένιο Κάστρο, οι αθλητές του συλλόγου απαίτησαν την άμεση επαναφορά του στη θέση του προπονητή ειδάλλως θα εγκατέλειπαν την ομάδα! Μόνο για το ποδόσφαιρο είχε ενδοιασμούς. Όχι για αυτό το ίδιο το άθλημα, αλλά για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που την θεωρούσε επικίνδυνη για τους μαθητές και μάλλον είχε δίκιο. Ακόμα όμως και εκεί, που δεν πολυσυμπαθούσε, αυτός ο λάτρης του αθλητισμού δήλωνε παρών. Και είναι ακόμη μέσα μου ζωντανή μια στιγμή του, από αυτές που δεν μας συνήθιζε, να διαιτητεύει με την δέουσα σοβαρότητα σε επίσημο ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο στάδιο της πόλης, ντυμένος άψογα με την μαύρη στολή του linesman, κρατώντας τη κόκκινη σημαία και τρέχοντας πάνω κάτω στην πλάγια γραμμή του γηπέδου. Πέρα από τη διοργάνωση σχολικών εσωτερικών πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου, μπάσκετ και βόλεϊ ο Μιχάλης ενθάρρυνε όσους μαθητές είχαν ταλέντο στον στίβο. Τον θυμάμαι, σαν χτες, ένα απόγεμα, στην κάτω αυλή, κοντά στο γήπεδο του μπάσκετ, να συμβουλεύει έναν συμμαθητή μας που επιχειρούσε άλματα στο επί κοντώ με ένα ξύλινο κοντάρι πέφτοντας πάνω σε κάτι πρόχειρα στρώματα. Ήταν μια εικόνα που ερχόταν από το μέλλον, μια εικόνα απίστευτη για μας, που γεμάτοι ανυπόκριτο θαυμασμό παρακολουθούσαμε για πρώτη φορά από κοντά, έναν μαθητή να επιχειρεί σε ένα άθλημα που γνωρίζαμε μόνο από τα τηλεοπτικά επίκαιρα… Αλλά το προσωπικό του στοίχημα και ίσως η πιο αγαπημένη του στιγμή, ήταν η διοργάνωσή των γυμναστικών επιδείξεων, η κορυφαία αθλητική εκδήλωση της σχολικής χρονιάς. Οι επιδείξεις πραγματοποιούνταν συνήθως στο εθνικό στάδιο, μπροστά σε ένα πολυπληθές κοινό που το αποτελούσαν οι αρχές της πόλης, οι καθηγητές και οι οικογένειες των μαθητών. Και ο Μιχάλης φρόντιζε πάντα να παρουσιάζει ένα ξεχωριστό πρόγραμμα, βασισμένο στην έμπνευση αλλά και στη επίπονη προετοιμασία. Πολλές μέρες πριν την τέλεση των επιδείξεων προετοίμαζε με μεθοδικότητα αυτή την σπουδαία εκδήλωση. Δύο τουλάχιστον φορές της εβδομάδας μας υποχρέωνε να βρισκόμαστε στο γήπεδο ή στο γυμνάσιο άλλοτε νωρίς το πρωί, μιαν ώρα πριν την έναρξη των μαθημάτων, και άλλοτε αργά μετά την λήξη, για τις απαραίτητες πρόβες. Κρατώντας μια βίτσα στο χέρι επέβλεπε την πορεία του προγράμματος που περιελάμβανε δύσκολες ασκήσεις και σχηματισμούς. Παρακολουθούσε με σχολαστικότητα τις επιδόσεις κάθε μαθητή και επενέβαινε για να διορθώσει ατέλειες και αδυναμίες, πότε με αυστηρές παρατηρήσεις και πότε με τη βοήθεια της περίφημης βίτσας του… Στο τέλος απέκλειε κάποιους, που παρ’ όλες τις προσπάθειές του, του δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν. Σχεδόν πάντα το θέαμα των γυμναστικών επιδείξεων ήταν εντυπωσιακό. Δεκάδες μαθητές με ομοιόμορφη αθλητική περιβολή εκτελούσαν με αξιοσημείωτο συγχρονισμό και ακρίβεια ασκήσεις θεαματικές και πρωτότυπες, με αποκορύφωμα τις περίφημες πυραμίδες, προκαλώντας τον ενθουσιασμό του κοινού. Οι επιδείξεις έκλειναν με αγωνίσματα στίβου. Και ήταν άλλη μια έξοχη εικόνα να βλέπει κανείς στο στάδιο μιας μικρής πόλης νεαρούς αθλητές να συναγωνίζονται στους δρόμους, στα άλματα, στη σκυταλοδρομία και τους συμμαθητές τους στην εξέδρα, να τους θαυμάζουν, να τους επευφημούν και να τους παροτρύνουν στον αγώνα τους… Στις αξέχαστες αθλητικές εξορμήσεις σε άλλες πόλεις ο Μιχάλης απέβαλε τελείως το κοστούμι του καθηγητή, γινόταν ένα με τους αθλητές και αφηνόταν στη μαγεία της παρέας. Τον θυμάμαι σ’ ένα τέτοιο ταξίδι για την Αλεξανδρούπολη, που ήταν εκείνο τον καιρό η καρδιά του μακεδονικού βόλεϊ, μέσα στο τραίνο, γυμνό πάνω από τη μέση να αστεΐζεται και να παίζει χαρτιά με τους αθλητές, ένα παιδί και αυτός που χαιρόταν να βρίσκεται ανάμεσά μας. Τέλος θυμάμαι και αυτό. Ασπρισμένο από το χιόνι το τοπίο γύρω μας, κάτασπρες και οι αυλές του Γυμνασίου και συνέχιζε να χιονίζει. Αλλά ο Μιχάλης το είχε αποφασίσει. Έξω όλοι, ελαφρό πειθαρχημένο τροχάδην και δυο τρεις γύροι στην αυλή. Και μετά, πάντα συντεταγμένα και με τροχάδην, διασχίσαμε την έρημη πόλη και κατευθυνθήκαμε προς στο δάσος. Εκεί ψηλά, ανάμεσα στα χιονισμένα πεύκα, διέταξε παύση του σχηματισμού και ελεύθερο παιχνίδι. Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Ανελέητος χιονοπόλεμος, κέφι, καζούρες, ασταμάτητο γέλιο και τέλος η κάθοδος του λόφου με το σώμα αφημένο να γλιστρά πάνω στο χιόνι, σαν σε τσουλήθρα. Και κάναμε πραγματικά αγώνα καθώς κυλούσαμε με μεγάλη ταχύτητα πάνω στην χιονισμένη πλαγιά, για να μη βρεθούμε με σφηνωμένο ανάμεσα στα σκέλια μας κάποιο κορμό από τα δεκάδες πεύκα του λόφου που ξεφύτρωναν κάθε τόσο μπροστά μας σε εκείνη την τρελή, την παράτολμη κατάβαση. Αυτά και άλλα πολλά υπήρξε ο Μιχάλης, ένας γυμναστής δίχως κανόνες και πρότυπα, δίχως καλούπι, ένας αφοσιωμένος του αθλητισμού. Ήταν ένας δάσκαλος που μας μύησε στα ιδανικά του ευ αγωνίζεσθαι, ένας εμπνευσμένος καθοδηγητής και ένας αγαπημένος συνοδοιπόρος στο μαγικό ταξίδι της νιότης στον κόσμο της άθλησης. Κύριε Γεωργουλάκη, κύριε καθηγητά, Μιχάλη της γυμναστικής, των στίβων, των αγώνων και της χαράς του παιχνιδιού, όλοι εμείς οι μαθητές εκείνου του Γυμνασίου Σιντικής, σου χρωστάμε πολλά και σε ευχαριστούμε από καρδιάς. Και είναι και κάτι στιγμές που σκεφτόμαστε πως οι πιο πολλοί σπουδασμένοι και φημισμένοι γυμναστές του σήμερα, αυτοί οι επαγγελματίες του αθλητισμού, δεν πιάνουν μια πεντάρα μπροστά σου.
Αντώνης Φελεσάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου