Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ένας έρωτας αλλιώτικος

Όχι αυτός δεν ήταν εφήμερος, περαστικός. Αυτός ούτε ξεθώριασε ούτε ξεπεράστηκε ποτέ. Ακόμα και σήμερα που το φως λιγοστεύει και οι σκιές περισσεύουν, εκείνος παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους έρωτες, από αυτούς που κρατάνε μια ζωή, από αυτούς που από την πρώτη στιγμή σε μαγεύουν, σε παγιδεύουν και σε κάνουν δικό τους για πάντα. Όλες οι ερωμένες του ήταν σαγηνευτικές, αλλά εκείνη η ασπρόμαυρη, με τα εξάγωνα και τις ραφές, ήταν η πιο ακριβή η πιο περιζήτητη, εκείνη που μας έκανε να ξεροσταλιάζουμε στις προθήκες του βιβλιοπωλείου στην πλατεία της πόλης, έτσι που τη βλέπαμε να δεσπόζει στη βιτρίνα αστραφτερή και ολοκαίνουργια. Ήταν μια γλυκιά πρόκληση, μια απίστευτη επιθυμία που μας κυρίευε, να ενωθούμε μαζί της, να την πάρουμε μαζί μας, να την κάνουμε δικιά μας, στο δωμάτιό μας, και σε εκείνες τις επικές εξορμήσεις, στους δρόμους, στις αλάνες, στα χωράφια, στις εκδρομές, στις κατασκηνώσεις, στις παραλίες και βέβαια στο μοναδικό γήπεδο της μικρής μας πόλης. Και όταν εκείνη πληγωνόταν και σχιζόταν από το ασταμάτητο παιχνίδι, την περιποιούμασταν με περισσή φροντίδα για να την κάνουμε πάλι «καλή» και ικανή να μας παρασύρει ξανά στο χορό της. Είχαμε τόσο πολύ αγωνία να μη την χάσουμε, ώστε είχαμε μάθει να κάνουμε τις περίφημες εσωτερικές ραφές, όταν την επισκευάζαμε, εκείνες τις ραφές που απαιτούσαν τέχνη στο ράψιμο με τη σακοράφα, γιατί δεν έπρεπε να φαίνονται και να εκτίθενται στην τριβή και τη φθορά. Τα απογεύματα μετά τα μαθήματα, χωρίς καλά καλά να έχουμε βάλει κάτι στο στόμα, βγαίναμε στο δρόμο της γειτονιάς, πετώντας στο ράφι τη σχολική τσάντα και στις καλένδες το διάβασμα της αυριανής μέρας. Στα γρήγορα διαμορφώναμε ένα μεγάλο κομμάτι του δρόμου σε ένα αυτοσχέδιο γήπεδο ειδικών κατά την περίσταση διαστάσεων, με αόρατες και αυτονόητες διαγραμμίσεις και με τέσσερις μεγάλες πέτρες που όριζαν στοιχειωδώς τη θέση των τερμάτων. Σε αυτό το αυτοσχέδιο γήπεδο περνούσαμε ατελείωτες ώρες παίζοντας συνήθως με προβληματικές λαστιχένιες μπάλες που στη διάρκεια του παιχνιδιού έσκαγαν πολλές φορές πάνω στα διάφορα αιχμηρά αντικείμενα και στ’ αγκάθια και τις αντικαθιστούσαμε εκ των ενόντων, παίζοντας ανελέητα, μέχρι να σκοτεινιάσει, και κάποιες φορές ακόμα πιο αργά, κάτω από το φως των στύλων της ΔΕΗ, ενώ οι γονείς παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα άναυδοι και απελπισμένοι… Άλλες φορές πάλι περνούσαμε ώρες ατελείωτες παρακολουθώντας την ομάδα της πόλης στις καθημερινές της προπονήσεις. Παρακολουθούσαμε τα πάντα εκστατικοί, αφοσιωμένοι, συνεπαρμένοι, αφιερωμένοι στη στρογγυλή θεά. Η μέρα έφευγε και εμείς μέναμε μέχρι το τέλος της προπόνησης και πολύ μετά, για να μη χάσουμε τίποτε από ό,τι ακολουθούσε: τις συζητήσεις στα αποδυτήρια, τα απολαυστικά και συχνά σπαρταριστά στιγμιότυπα, τα σχόλια, τις προβλέψεις και τις ατάκες του προπονητή και όλα τα παραλειπόμενα της ομάδας. Ήταν ένας έρωτας που μας κρατούσε σε διαρκή ένταση, που είχε κυριέψει τα λογικά μας, που είχε κυριαρχήσει στη ζωή μας. Τις ώρες που δεν παίζαμε μπάλα, που δεν παρακολουθούσαμε μπάλα και που δεν συζητούσαμε για μπάλα, τις αφιερώναμε στη μελέτη των εφημερίδων που μιλούσαν για τη μπάλα. Ρουφούσαμε κυριολεκτικά κάθε είδηση, διαβάζαμε όλες τις κριτικές των αγώνων, αποστηθίζαμε ονόματα αθλητών, δημοσιογράφων, προέδρων, παραγόντων, ενημερωνόμασταν για όλες τις αθλητικές δραστηριότητες, γνωρίζαμε απέξω τις συνθέσεις των περισσοτέρων ομάδων και δεν μας ξέφευγαν ούτε τα νέα των ερασιτεχνικών κατηγοριών. Όλη αυτή η διαδικασία είχε μια ακαταμάχητη γοητεία, γιατί μας άφηνε να φανταζόμαστε και να δημιουργούμε εμείς, με τις δικές μας εικόνες, τον δικό μας υπέροχο κόσμο της μπάλας... Πόσες φορές για χάρη αυτής της στρογγυλής Θεάς πληγώσαμε τα κορμιά μας άλλοτε πέφτοντας με ορμή και αυτοθυσία στα πόδια των αντιπάλων για να τους ανακόψουμε, άλλοτε σκοντάφτοντας πάνω στις πέτρες και στα χαλίκια και άλλοτε κάνοντας βουτιές, μπλονζόν, εκτινάξεις και …ανατινάξεις πάνω στα τριβόλια … Και πόσες φορές πάλι για χάρη της, σταθήκαμε ώρες πολλές, όρθιοι στα καφενεία και στα ΠΡΟ-ΠΟ της πόλης, χωρίς να έχουμε συχνά ούτε τη δραχμή για την πορτοκαλάδα που θα δικαιολογούσε την παρουσία μας εκεί, ώρες πολλές για να παρακολουθήσουμε γεμάτοι έκσταση και πάθος τα μεγάλα παιχνίδια της εποχής μας, με κορυφαίο εκείνο το αξέχαστο παγκόσμιο κύπελλο του 1970, τότε που η Βραζιλία του Πελέ κατακτούσε το τρόπαιο, τότε που από τους πανηγυρισμούς κοντέψαμε να γκρεμίσουμε το ΠΡΟ-ΠΟ, τότε που ακόμα και ο ιδιοκτήτης του, τρελός από ενθουσιασμό για τα γκολ της Βραζιλίας κλωτσούσε με μανία τις καρέκλες και την άλλη μέρα μας παραπονιόταν πως του ¨χαλάσαμε¨ το μαγαζί… Και ήταν που για χάρη της δημιουργήσαμε την ομάδα της γειτονιάς μας, τον Φίλιππο, από το όνομα του ομώνυμου δρόμου και «κατασκευάσαμε» και το γήπεδό της σε ένα μικρό ακάλυπτο χώρο. Θα ήταν 50-60 μέτρα μήκος και λίγο λιγότερα πλάτος. Χώρος πολύ μικρός και μάλλον ακατάλληλος για μπάλα. Το κυριότερο μειονέκτημα του ήταν ότι γειτόνευε με το ποτάμι. Έτσι κάθε φορά που η μπάλα έφευγε, και ήταν άπειρες αυτές οι φορές, τρέχαμε κάτω μέχρι την κοίτη του ποταμιού να την μαζέψουμε. Όμως αυτό δεν μας πτοούσε καθόλου. Με απίστευτο μεράκι και υπομονή μεταμορφώσαμε αυτό το χωράφι σε ένα μίνι γήπεδο - προπονητήριο, με δοκάρια, τέρματα και δίχτυα, όλα φτιαγμένα με αυτοσχέδιους και ευρηματικούς τρόπους. Εκεί περνούσαμε ώρες ατελείωτες με αχώριστη συντροφιά μας τη μπάλα. Στη πόλη υπήρχαν, εκτός του Φιλίππου, και άλλες αυτοσχέδιες ομάδες γειτονιάς, πολύ πιο οργανωμένες και πιο δυνατές. Και πολύ συχνά, συνήθως τα κυριακάτικα πρωινά, γίνονταν ποδοσφαιρικές συναντήσεις ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες. Σ’ αυτούς τους επικούς αγώνες έβλεπε κανείς παιδιά να μάχονται κυριολεκτικά για την τιμή, την υπόληψη και το γόητρο της γειτονιάς, παίζοντας με αυταπάρνηση και φανατισμό για τη νίκη. Άλλοτε πάλι, παιδιά από διαφορετικές γειτονιές συγκροτούσαν ομάδες αντιπροσωπευτικές της πόλης που έπαιξαν με διπλανά χωριά. Τότε το διακύβευμα ήταν το γόητρο ολόκληρης της πόλης… Πάνε ίσως σαράντα δυο χρόνια όταν, για χάρη της, ένα κυριακάτικο πρωινό, δυο νεαροί ξεκίνησαν τρέχοντας μια διαδρομή έντεκα χιλιομέτρων για να παρακολουθήσουν ένα δύσκολο αγώνα της ομάδας σε ένα διπλανό χωριό. Σαράντα δύο χρόνια πριν και όμως η εικόνα μοιάζει χθεσινή: γλυκό κρύο πρωινό, μουντός συννεφιασμένος καιρός με λίγες ίσως σταγόνες βροχής και μπροστά ο θαμπός ορίζοντας του μακεδονικού κάμπου, ελαφρύ άνετο τρέξιμο προπόνησης, και με την ανείπωτη αύρα της φιλίας να τους συνοδεύει και να τους διαπερνά σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Στο τέλος λίγο πριν την είσοδο στο χωριό το λεωφορείο της ομάδας τους προλαβαίνει και εκείνοι κουρασμένοι αλλά αμήχανοι και χαμογελαστοί επιβιβάζονται για το υπόλοιπο της διαδρομής, μπροστά στα έκπληκτα μάτια φιλάθλων και αθλητών που δυσκολεύονται να πιστέψουν πως αυτά τα δυο παιδιά είχαν το κουράγιο να διανύσουν τρέχοντας τόσα χιλιόμετρα για χάρη της ομάδας. Αλλά δεν ήταν μόνο η ασπρόμαυρη η μοναδική ερωμένη. Ήταν και η άλλη η κατάλευκη. Σε εκείνα τα χρόνια, τότε που μπάλα για τους πιο πολλούς σήμαινε μόνο ποδόσφαιρο, τότε που η επίσημη αθλητική προπαγάνδα της δικτατορίας επένδυε μόνο στο ποδόσφαιρο, το γυμνάσιο της πόλης μας πρωτοτυπούσε και πρωτοπορούσε. Μόνοι ή σχεδόν μόνοι, με τη βοήθεια του γυμναστή, ενός αξεπέραστου εραστή του παιχνιδιού και του αθλητισμού, που και μόνο στη θύμησή του τα μάτια θαμπώνουν από δάκρυα συγκίνησης και ευγνωμοσύνης, οι μαθητές του Γυμνασίου της πόλης είχαν ανάγει το βόλεϊ στο κορυφαίο άθλημα του σχολείου και συναγωνίζονταν ισότιμα πολυπληθέστερες πόλεις και περιοχές της Μακεδονίας. Οι αθλητικές αναμετρήσεις για το σχολικό πρωτάθλημα ανάμεσα στο Γυμνάσιο της πόλης και σε αντίστοιχα άλλων μακεδονικών πόλεων ήταν κάτι το ασύλληπτο για εκείνα τα χρόνια αλλά πολύ περισσότερο για σήμερα. Τα μαθήματα διακόπτονταν τη συγκεκριμένη μέρα για κάποιες ώρες και σύσσωμη η κοινωνία του Γυμνασίου, καθηγητές, μαθητές, επιστάτες, καθαριστές, παρακολουθούσαν το παιχνίδι ξεσπώντας συχνότατα σε ιαχές επιδοκιμασίας και συμπαράστασης προς τους μαθητές-αθλητές. Αυτό το εκπληκτικό σκηνικό συμπλήρωνε η ανεπανάληπτη εικόνα ενός ανοικτού γηπέδου βόλεϊ, φροντισμένου μεθοδικά, στρωμένου με λευκό χαλίκι, με περιποιημένο το δίχτυ του και φρεσκοβαμμένες τις κολώνες που το στήριζαν, με ασβεστωμένες τις διαχωριστικές γραμμές του, και με το διαχρονικό μότο «νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ» να δεσπόζει στον απέναντι τοίχο. Αλλά αγαπήσαμε και την πορτοκαλί μπάλα. Χρόνια πολλά πριν το μπάσκετ γίνει η αγαπημένη ενασχόληση των νέων στην Ελλάδα, το σχολείο και αργότερα η πόλη συγκρότησε ομάδες μπάσκετ και έκανε μια αρχή. Χωρίς προπονητές, χωρίς στοιχειώδεις υποδομές, αλλά με την βοήθεια λίγων εμπνευσμένων ανθρώπων που αγαπούσαν τον αθλητισμό, δημιουργήσαμε μια ομάδα, την πρώτη ομάδα μπάσκετ του σχολείου και της πόλης, παίξαμε σε κατηγορία, κάναμε κάτι, ανοίξαμε τον δρόμο. Ηρωικές εποχές, φτάνει να θυμηθούμε τα ξύλινα ταμπλό, και το τσιμεντένιο δάπεδο του πρώτου γηπέδου της πόλης. Φτάνει να θυμηθούμε τις στρατιωτικές αρβύλες, τις κομμένες στο μπροστινό μέρος για να είναι ελεύθερα τα δάκτυλα των ποδιών που φορούσε όταν έπαιζε ο παίκτης-προπονητής της πρώτης μας ομάδας, μιας και δεν υπήρχαν αθλητικά παπούτσια στο νούμερό του! Φτάνει να θυμηθούμε πως τα βασικά, τα περίφημα fundamentals του μπάσκετ που λένε και οι αμερικάνοι, τα διδαχτήκαμε παρακολουθώντας στην τηλεόραση Beograd TV, τους μεγάλους άσσους της ενωμένης, τότε, Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, Τσόσιτς, Σλάβνιτς, και τόσους άλλους να αγωνίζονται στο σπουδαίο πρωτάθλημα της χώρας τους, αυτούς τους αθλητές που κατέκλυσαν τη Ελλάδα στα κατοπινά χρόνια. Φτάνει να θυμηθούμε το αυτοσχέδιο καλάθι στην ταράτσα του σπιτιού, χωρίς ταμπλό, καμωμένο από μπετόβεργα και προσαρμοσμένο στο στύλο που στήριζε το σύρμα που η μάνα άπλωνε τη μπουγάδα της! Και ήταν η μπάλα πάλι η αφορμή για εκείνες τις υπέροχες και περιπετειώδεις εκδρομές που συχνά επιχειρούσαμε πότε στα κοντινά χωριά και πότε στις πόλεις της Μακεδονίας, στις Σέρρες, στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξανδρούπολη. Αιτία οι διάφοροι σχολικοί αγώνες βόλεϊ και μπάσκετ, οι φιλικές ποδοσφαιρικές συναντήσεις, και οι αγώνες για τα πρωταθλήματα των τοπικών ενώσεων… Και ήταν εκδρομές με αξέχαστα και σπαρταριστά στιγμιότυπα αλλά και με μεγάλες συζητήσεις και αναζητήσεις που έχτισαν σχέσεις που έμελλε να αντέξουν … Και τα χρόνια πέρασαν… και κινήσαμε γι’ αλλού πια… Αλλά είπαμε πως αυτός ο έρωτας κρατάει πολύ. Πιο συστηματικά και επαγγελματικά τώρα, η μπάλα συνέχιζε να είναι η καθημερινή συντροφιά και ενασχόλησή μας, τόσο στα τελευταία χρόνια του Γυμνασίου όσο και στους αθλητικούς συλλόγους και στο στρατό. Και αυτό παρά τον μεγάλο βραχνά του αύριο, και της αποκατάστασης που μας τυραννούσε. Ίσως γιατί η συντροφιά της λειτούργησε λυτρωτικά εκείνο τον δύσκολο καιρό. Ίσως γιατί εκεί βρήκαν καταφύγιο η ανασφάλεια και η αναζήτηση, τα όνειρα και η ελπίδα. Και δημιουργήθηκαν σχέσεις και συντροφιές και φιλίες και έρωτες που κράτησαν, και γεννήθηκαν αναμνήσεις που μας σημάδεψαν, και δικαιώθηκαν επίμονες προσπάθειες που μας γέμισαν ανείπωτες χαρές. Βεβαίως στον δρόμο αυτό υπήρξαν και δυσκολίες πολλές, σοβαροί τραυματισμοί και εγχειρήσεις, αλλά εμείς σταθήκαμε εκεί, πιστοί για χρόνια στη σαγήνη του έρωτά της. Ώσπου οι αντοχές μειώθηκαν, οι καταστάσεις άλλαξαν, τα χρόνια μας πήραν. Δεν ήταν που δε θέλαμε πια, ήταν που δεν μπορούσαμε. Αλλά ακόμη και τότε ακόμη και τώρα, βρίσκουμε το χρόνο και τον τρόπο να είμαστε συνεπείς στα λιγοστά πια ραντεβού μαζί της… Αυτή η μπάλα, αυτός ο ιδανικός έρωτας, αυτή η στρογγυλή Θεά… Έτσι όπως τη βλέπω σήμερα να κυκλοφορεί σε αφθονία στις σύγχρονες αθλητικές συναντήσεις και κάθε φορά που βγαίνει εκτός αγωνιστικού χώρου, - άουτ ή αράουτ όπως λέγαμε τότε, -και οι νεαροί να την αντικαθιστούν αμέσως ρίχνοντας στο γήπεδο αμέσως δυο, τρεις η και τέσσερις άλλες, εφεδρικές, απόλυτα όμοιες, για να συνεχιστεί το παιχνίδι, νοσταλγώ εκείνη την άλλη εποχή, τότε που τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή ήταν δύσκολα και ακριβά, τότε που η ίδια η ζωή μας ήταν δύσκολη και ακριβή, τότε που λαχταρούσαμε πολύ, πεθυμούσαμε πολύ και αγαπούσαμε πολύ. Και ναι, την ερωτευτήκαμε πολύ τη μπάλα… Την αγαπήσαμε πολύ και για τη χαρά του παιχνιδιού που απλόχερα μας χάρισε αλλά πιο πολύ γιατί μας δίδαξε αξίες και ιδανικά που από τότε συντροφεύουν το διάβα μας: το ομαδικό πνεύμα, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, τη φιλία και μας έμαθε, άλλους νωρίς και άλλους αργότερα, να κερδίζουμε και να χάνουμε, έτσι όπως ακριβώς έμελλε να συμβεί στο μεγάλο παιχνίδι του αύριο, στο παιχνίδι της ζωής.
Αντώνης Νικ. Φελεσάκης
13.04.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου