Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Εις μνήμην

Κυριακή πρωί και ο Μήτσος εμφανίστηκε νωρίς στο υπόγειο της Βάσως. Φορώντας το αγαπημένο του ζιβάγκο, ντυμένος επιμελημένα και φρεσκοξυρισμένος όπως πάντα, κατέβηκε αργά τα σκαλιά του υπογείου, και στο πέρασμά του ο τόπος μοσχομύρισε βαριά κολόνια. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα και κοίταξε γύρω ερευνητικά ώσπου η ματιά του μας συνάντησε εκεί στη γωνιά, πλάι στο juke box που εκείνη την ώρα έπαιζε τραγούδι του Στράτου. Στο καπηλειό της Βάσως βρισκόμασταν πολύ συχνά. Το μαγαζί βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Μήτσου και η Βάσω πρέπει να έφτιαχνε καλό σουβλάκι, αλλιώς πώς να εξηγήσει κανείς πως βρεθήκαμε εμείς εκεί κάτω, νέα παιδιά, σχεδόν έφηβοι ακόμα, μέσα στους καπνούς και τα τσιγάρα, και ανάμεσα σε απόμαχους της ζωής, σε λαϊκούς καθημερινούς ανθρώπους κάποιας ηλικίας που αργόπιναν το κρασάκι τους παρέα με τους καημούς τους. Εδώ σύχναζαν άνθρωποι ταπεινοί, οι πιο πολλοί, βασανισμένοι με πιο χαρακτηριστικό τον Σωκράτη, έναν Έλληνα μετανάστη από τα μέρη της τότε Σοβιετικής Ένωσης, που δούλευε στον δήμο, στα σκουπίδια, και το βράδυ σύχναζε στης Κυρά Βάσως για να παρηγοριέται…. «Α ρε πότε θα ξεμεθύσω για να ρίξω ένα γερό μεθύσι» συνήθιζε να λέει και μείς μες στη τρελή χαρά της νιότης και της ζωής γελούσαμε… O Μήτσος κάθισε σταυροπόδι και χαμογέλασε ακούγοντας τον Στράτο να τραγουδά το «Γιατί καλέ γειτόνισσα». Ήταν ο πιο καλοντυμένος της παρέας. Να φανταστείς πως ακόμη και η ποδοσφαιρική του στολή ήταν προσεγμένη. Αθλητικό παπούτσι ποδοσφαιρικό, στιλβωμένο, γυαλισμένο, άστραφτε στα αλήθεια. Η κάλτσα σκούρα μπλε, τεντωμένη, ανεβασμένη, μόνιμα μέχρι το γόνατο και σορτσάκι γαλάζιο, λαμέ, γυαλιστερό και αυτό και κολλητό στο σώμα του. Ακόμα και τότε, στις αθλητικές του δραστηριότητες, δεν παρέλειπε να λουστεί με την αγαπημένη του κολόνια και ήταν αστείο να τον βλέπεις να τρέχει και να ιδροκοπά σε εκείνα τα επικά ποδοσφαιρικά παιχνίδια του σχολικού διαλλείματος ή της ώρας της γυμναστικής του Καραγιάννη, έτσι στρουμπουλός, σφιγμένος, κολλαρισμένος και παρφουμαρισμένος. Ο Μήτσος αγωνιζόταν στη θέση του οπισθοφύλακα. Αυτό που μας έμεινε αξέχαστο από τις ποδοσφαιρικές του επιδόσεις ήταν ο τρόπος που αντιμετώπισε την εφόρμηση του συμμαθητή μας και αντιπάλου, στο παιχνίδι εκείνο, Γιάννη Παπαϊωάννου. Ο Γιάννης «έμπαινε από αριστερά», όταν ο Μήτσος προσπάθησε να τον ανακόψει μέσα σε αθλητικά πλαίσια. Όλως περιέργως όμως ο Γιάννης, που ήταν ισχνός και αδύναμος, με έναν ελιγμό τον ξεπέρασε και συνέχιζε την κατεβασιά του. Τότε ο Μήτσος απογοητευμένος και εξοργισμένος από αυτό το αδιανόητο συμβάν, μουρμούρισε ένα ¨ε όχι και αυτό¨ και συγχρόνως με μια μεγαλοπρεπή κλωτσιά κλάδεψε από πίσω τον άμοιρο Γιάννη, ο οποίος έχασε τον ισορροπία του και τρικλίζοντας λες και χόρευε ζεϊμπέκικο, σωριάστηκε στο έδαφος. Αυτό το στιγμιότυπο έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη όλης της παρέας. Ο δε Μήτσος τα τελευταία χρόνια κάθε φορά που συναντούσε τον δικηγόρο πια Γιάννη Παπαϊωάννου, εξακολουθούσε να του ζητά συγγνώμη για αυτό το αντιαθλητικό του μαρκάρισμα. Τα μαγικά εκείνα χρόνια της νιότης, τα μοναδικά και αγαπημένα, ο Μήτσος είχε ένα μικρό μαγνητοφωνάκι. Έτυχε μια μέρα γιορτής στην Ψαρών 10, από τις πολλές μα τόσο λίγες που ζήσαμε μαζί, να σηκωθεί για να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, ίσως του Στράτου, μάλλον του Στράτου, που τον λάτρευε για τη βαθιά φωνή του, για την πάντα σιδερωμένη και με τσάκιση κουστουμιά του και για την μαγκιά του. Όσο η ζεϊμπεκιά προχωρούσε ο Μήτσος αντρειευόταν. Χόρευε αργά, ιεροτελεστικά, όπως όταν έπινε τον καφέ του, ένας μάγκας ωραίος που ερχόταν από τα παλιά. Το μαγνητοφωνάκι, πάνω σε ένα μικρό τραπέζι, έπαιζε τις εξαίσιες μουσικές του, όταν ξαφνικά, δίχως κανένας να το περιμένει, ο Μήτσος το άρπαξε με μια αργή και μεγαλόπρεπη κίνηση και το συνέθλιψε με αληθινή μανία στο πάτωμα. Το μηχάνημα διαλύθηκε σε εκατοντάδες μικρά κομμάτια που γέμισαν το μωσαϊκό του δαπέδου και η παρέα έμεινε για λίγο άφωνη και σαστισμένη πριν ξεσπάσει σε ένα λυτρωτικό γέλιο, πριν αδειάσει ένα ακόμη ποτήρι μέσα στη χαρά εκείνης της γιορτής. Μια άλλη βραδιά πάλι, που γιόρταζε, του Αη Δημήτρη ήτανε, η παρέα αποφάσισε να του κάνει πλάκα. Ήθελε να του θυμίσει το παρατσούκλι «Τουλούμπας» που του είχε «κολλήσει» εξαιτίας της αδυναμίας του στα γλυκά. Του αγοράσαμε λοιπόν για δώρο ένα κουτί γλυκά, μικρά τουλουμπάκια και στριμώξαμε πάνω σ΄αυτά, και διαγωνίως για να χωρέσει, μια μεγάλη τουλούμπα. Όταν μπήκαμε στο σπίτι του ο Μήτσος πρώτα κοίταξε καχύποπτα το κουτί και μετά, απευθυνόμενος σε μας με εκείνο το πονηρό χαμόγελο, είπε μαντεύοντας σωστά: «ρε μπας και είναι τουλούμπες!». Ακολούθησε πολύ γέλιο. Και αυτός με την αγαθή καρδιά του γελούσε πιο πολύ από μας… Ο Μήτσος μετά το τραγούδι του Στράτου άναψε το τσιγάρο του και παράγγειλε τον καφέ του. Αυτή η διαδικασία ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή στη ζωή του, ήταν μια πράξη τελετουργική, μια εμβάπτιση στον κόσμο του άντρα, μια επιστροφή σε μια παλαιότερη ανδρική συνήθεια, ξεπερασμένη για μας τους υπόλοιπους, αλλά για εκείνον, ιδιαίτερα σημαντική που την ακολουθούσε σε όλες της τις λεπτομέρειες και την απολάμβανε όσο τίποτα. Έπαιρνε εκείνη τη στάση του σώματος του βαρύ αλλά κομψού μάγκα, καθόταν σταυροπόδι και απολάμβανε το τσιγάρο του με αργές και βαθιές τζούρες. Χρησιμοποιούσε πάντα ένα αναπτήρα που ήταν σπάνιος, ακριβός και δυσεύρετος. Αυτό το απλό εξάρτημα του ασκούσε πάντα μια παράξενη γοητεία. Τον ήθελε πάντα ιδιαίτερο, μοναδικό, με ξεχωριστές δυνατότητες. Μια φορά μας είχε πει πως ο τάδε αναπτήρας, αν δεν πρόσεχες την ώρα που άναβες το τσιγάρο, μπορούσε ακόμα και να σου τρυπήσει το μέτωπο ακαριαία όπως οι ακτίνες λέιζερ… Τον καφέ του τον έπινε βαρύ γλυκό και τον ήθελε πάντα σερβιρισμένο στο κλασικό λευκό φλιτζάνι με τα χοντρά χείλια. Έτσι όπως τον απολάμβανε αργά αργά και μεγαλόπρεπα θύμιζε άντρες του παλιού καιρού που ξαλάφρωναν από βαριά και ανομολόγητα σεκλέτια. Και η κουβέντα προχωρούσε, και ο Μήτσος με αυτό το αξέχαστο περισπούδαστο ύφος του μας περιέγραφε τα κατορθώματα ενός ξαδέρφου του που ήταν άσσος στη μπάλα, ενός καταπληκτικού κυνηγητικού σκύλου που έπιανε εκατό λαγούς κάθε φορά ή ενός συγγενή του που ήταν ο πιο στενός φρουρός του εκάστοτε προέδρου της Αμερικής. Και ήταν στα αλήθεια ευτυχισμένος περιγράφοντας ανθρώπους και κόσμους ανύπαρκτους και μυθικούς, κόσμους που ο Μήτσος συναντούσε μόνο στο σινεμά. Στα αλήθεια ο κινηματογράφος ήταν μια από τις αγαπημένες αποδράσεις του, ήταν η καταφυγή του. Μεγάλη του αγάπη τα «καουμπόικα» και τα έργα με καράτε όπου ιπτάμενοι Ιάπωνες, ξεπερνώντας και αυτούς ακόμη τους νόμους της φύσης, πάλευαν εναντίων πολλαπλασίων αντιπάλων νικώντας πάντα και όλους. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο των μύθων και των ανυπέρβλητων κατορθωμάτων ο Μήτσος δραπέτευε από τη πραγματική ζωή και αφηνόταν στη μαγεία του φανταστικού. Ίσως γιατί ο κόσμος αυτός του εξασφάλιζε τη θέση που επιθυμούσε και δεν μπόρεσε να κατακτήσει σε τούτη τη ζωή. Σε τούτη τη σκληρή ζωή που, αλλοίμονο, δεν μπόρεσε ποτέ να πατήσει γερά τα πόδια του. Ίσως για το λόγο αυτό ο Μήτσος έκανε και άλλες αποδράσεις. Που πήγαινε, που βολόδερνε χωρίς εμάς, ποιους καημούς του παρηγορούσε, κανείς μας δεν ήξερε με σιγουριά. Χαμένος, κυνηγημένος, απελπισμένος - ποιος ξέρει τάχα - εξαφανιζόταν για καιρό πολύ από την παρέα, ιδίως μετά τον χωρισμό του. Άραγε έψαχνε την καταξίωση, ή ικανοποιούσε την ανασφάλεια και την αφέλειά του, σε ξένες παρέες άγνωστες και αταίριαστες με εκείνον. Αυτή η λεηλατημένη αδύναμη ψυχή του ρημάχτηκε, θαρρώ πιο πολύ, ανακατεμένη και χαμένη ανάμεσα σε αετονύχηδες και καιροσκόπους. Και μεις παρασυρμένοι στη δίνη της δικής μας ζωής, σιωπούσαμε, ξεχνιόμασταν, δεν βλέπαμε, δεν ακούγαμε, δεν ξέραμε. Ένα μόνο μας ήταν φανερό. Πως μακριά από τη γυναίκα της ζωής του και το παιδί του, είχε παραδοθεί, είχε συνθηκολογήσει, είχε χάσει τη μάχη οριστικά. Δεν ήταν λοιπόν ο Μήτσος η καθημερινή μας παρέα. Ούτε ο άνθρωπος που ήξερε όλα τα μυστικά μας. Αυτός ο άλλος του εαυτός τον κρατούσε μακριά. Ήταν όμως κάτι πιο σπουδαίο ίσως, πιο σπάνιο. Ήταν η ατόφια, η νεανική αγάπη που μας ένωσε έτσι μαγικά και παντοτινά. Ήταν μια ζεστή αγκαλιά, μια ζεστή γωνιά που όσο και να ψάξουμε δεν θα ξαναβρούμε ποτέ. Ήταν η αθωότητά μας, τα νιάτα μας, η τρέλα μας, η ανοιχτή ψυχή μας. Ήταν όμως και κάτι άλλο, ήταν που ποτέ δεν μας πίκρανε, που ποτέ δε σήκωσε τη φωνή του, ήταν που σεβάστηκε και αγάπησε και μας και τις οικογένειές μας και τίμησε, με τον δικό του τρόπο, τη φιλία μας. Η ώρα πέρασε γρήγορα αυτό το κυριακάτικο πρωινό της νιότης στo καπηλειό της Βάσως. Η κουβέντα δεν είχε τελειώσει αλλά ο Μήτσος σηκώθηκε να φύγει. Έπρεπε να γυρίσει νωρίς στο σπίτι, ο Κάπρος τον περίμενε, ήταν και αυστηρός. Άφησε στο τραπέζι τα ψιλά του καφέ, χαιρέτησε και ανέβηκε τα σκαλοπάτια του υπόγειου. Αλλοίμονο όμως, ο Μήτσος δεν θα ξαναγυρίσει πια, ούτε στης Βάσως ούτε στην παρέα μας. Έτσι στα ξαφνικά αποφάσισε να την κοπανήσει πρώτος. Και «έπεσε σαν κεραυνός στη γειτονιά μας το μαντάτο», πως «ο καλύτερος ο φίλος εβασίλεψε σαν ήλιος», ένα βραδάκι του 2012 μέρα Παρασκευή στις 22 του Ιούνη λίγο πριν το ματς Ελλάδας – Γερμανίας για το Euro. Και στη τελετή αποκλήθηκε, όπως όλοι οι αποχωρούντες, «μεταστάς». Και ήχησε παράξενα και σκληρά ο χαρακτηρισμός, όμως η πικρή αλήθεια έμεινε αμετάκλητη όσο και αν ήταν απίστευτη: ο Μήτσος έφυγε και μας άφησε μια για πάντα, και μόνο τότε μας αποκαλύφθηκε πραγματικά πίσω από το εκείνο το πονηρό χαμόγελό του και ήταν σαν να μας έλεγε «μάγκες, σας την έσκασα.…» Ο ακριβός μας Μήτσος, ο ΦΙΛΟΣ μας, που έφυγε και μας γέμισε αναμνήσεις, μοναξιά και τύψεις.
Οκτώβριος 2015.
Αντώνης Νικ. Φελεσάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου