Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΕΡΙΝΟΣ

Η επιστροφή στο χωριό μοιάζει αναβάπτιση στις ρίζες και στις καταβολές, θυμίζει τον καιρό που κοντοστέκεται, γυρνά πίσω για μια ανάσα πριν συνεχίσει την άπονη πορεία του, είναι συνάντηση μ’ εκείνους τους αγαπημένους που μ΄ έφεραν στον κόσμο και μ’ έφτασαν μέχρις εδώ, και μ’ κείνους που δε με πρόφτασαν, μα θαρρώ πως μέσα μου κουβαλώ πολλά από τη σκέψη και το είναι τους.
Κοντεύοντας στο χωριό το υψόμετρο αγγίζει τα 700 μέτρα και η ψυχή ξαφνιασμένη κ΄ άμαθη γεμίζει έκσταση και δέος στη θέα της Κισσαμίτικης ζωγραφιάς.
Έφτασες κάποτε, τώρα, πάλι. Πριν ακόμα ξαποστάσεις, πριν ακόμα στεγνώσει στο πρόσωπο το ζεστό γονικό φιλί του καλωσόρισες, αναστατωμένος κι ανυπόμονος πετιέσαι στο δώμα. Σηκώνεις το κεφάλι ίσια μπρος. Δεν υπάρχει πια δέος. Έγινες κιόλας ένα με το τοπίο, με τον ατέλειωτο ουρανό, με την απόλυτη σιωπή, με την απόμακρη μα πάντα κοντινή θάλασσα. Σηκώνεις το κεφάλι ίσια μπρος. Η ματιά λευτερώνεται. Δεν υπάρχει τίποτα που να την εμποδίζει. Είναι άναρχη πια, λεύτερη να πάει όπου θέλει. Με χιλιάδες φωνές την καλεί η ομορφιά της φύσης. Πρόθυμη στο μυστικό κάλεσμα της ξεχύνεται πρώτα μπρος. Γρήγορα, με ταχύτητα αστραπής, κατεβαίνει από τα ψηλά μπαλκόνια του χωριού στη λαγκάδα. Λευκές γραφικές συστάδες τα κοντινά χωριά ξεχωρίζουν βουτηγμένα στις ατέλειωτες ελιές και στα αμπέλια. Μα δε στέκεται εκεί. Προχωρεί μπρος, στη στενωσιά που βγάζει στη θάλασσα της Χρυσοσκαλίτισσας και να έφτασε κιόλας στο Λαφονήσι, στη φεγγαρίσια στιγμή της Κρήτης. Έφτασε στο Λαφονήσι και μετά απλώθηκε στη θάλασσα του Λιβυκού. Αχόρταγα στρέφεται δεξιά. Τα βουνά της Κισσάμου αυστηρά και άγρια, με λίγη, ακριβοθώρητη βλάστηση, με χιλιάδες λαξευτές πέτρες, με ατέλειωτα δρομάκια ανοιγμένα με του καιρού το σκαλίδι, δεσπόζουν περήφανα, επιβλητικά. Κάθε τόσο οι αέρηδες επιχειρούν την θορυβώδη κάθοδό τους που ξεκινάει απ΄ τις κορφές, διαβαίνουν τα διάσελα και ξεχύνονται στη λαγκάδα για να ξεθυμάνουν στο γαλάζιο της θάλασσας που στη παρουσία τους ταράσσεται επικίνδυνα.
Η ώρα περνά. Το θεσπέσιο της εικόνας αλλάζει. Βάφει τον κόσμο κόκκινο τώρα ο απόλυτος ζωγράφος. Η ψυχή σου κλαίει και τραγουδάει μαζί. Πάλλεσαι ολόκληρος, δεν τη χωρά το μικρό σου κορμί τούτη την ευτυχία. Είσαι μόνος σου, και εκείνος, ο Ζωγράφος, αλλάζει τις εικόνες της γης για χάρη σου. Σκέφτεσαι γιατί να κρατά τόσο λίγο τούτη η μαγεμένη στιγμή….ίσως για να την αντέξεις.
Ένα ένα κρεμάει ο Θεός τ΄ αστέρια του πάνω από το κεφάλι σου και σ΄ αφήνει να αναρωτιέσαι αν είναι κοντά σου τούτα τα τρεμάμενα κεριά του χάους. Γέμισε ο ουρανός νεκρά αστέρια χωρίς τόπο και χρόνο, αστέρια σπαρμένα στο πουθενά, αστέρια αμέτρητα πάνω από το μικρό σου κεφάλι. Είσαι μόνος μέσα στη δύσκολη νύχτα, οι αποστάσεις και τα μεγέθη, το άγνωστο σκοτάδι, η αίσθηση του αέναου και του άχρονου σε τρομάζουν. Ξαφνικά δεν αντέχεις. Φεύγεις τρομαγμένος, νικημένος από την μικρότητά σου. Ναι, είσαι μικρός και ασήμαντος, αστείος, τιποτένιος.
Ανοίγεις τα μάτια το πρωί. Αν οι γιοι του Αιόλου είναι άκεφοι η ψυχή σου μερεύει, καταλαγιάζει. Ο ορίζοντας ανοιχτός, η απεραντοσύνη μπρος σου, η ερημιά γύρω σου θορυβεί με τους αλλιώτικους ήχους της απόλυτης ησυχίας. Βελάσματα και τιτιβίσματα που ακούγονται σποραδικά, τονίζουν θαρρείς, παρά διακόπτουν, τη γαλήνη και την αρμονία της φύσης.
Αν πάλι είναι χειμώνας και οι αέρηδες χορεύουν, που είναι το πιο συχνό, τότε καλύτερα να μείνεις κουλουριασμένος πλάι στο τζάκι με το φούμο και να αναποδογυρίζεις τα κάστανα στη θράκα λίγο πριν καούν. Κι αν τύχει και ο χειμώνας είναι δύσκολος και λευκός ντύσου καλά και βγες έξω να δεις με πόση δύναμη και υπομονή οι θάμνοι και τα δέντρα αντιστέκονται σταθερά στη μανία του σκληρού καιρού.
Αερινός. Γη φτενή, χώμα λίγο. Τόπος απέριττος, αυστηρός. Η βλάστηση λιγοστή και το πράσινο μόνο εκεί που το φροντίζεις. Δύσκολη η επιβίωση κόντρα στους αέρηδες και στο κρύο. Μονάχα ελιές σκαρφαλωμένες σε ξερολιθιές, ξεπεταγμένες μέσα από τα χαράκια, αντέχουν το άγριο κοίταγμα του καιρού, ελιές και αμπέλια που μέσα από κόπους και φροντίδες πολλές γλυκαίνουν τη σκληρή ζωή των χωριανών.
Γη φτενή, χώμα λίγο. Μακρόχρονος μόχθος, σκληρή δουλειά, ακριβό το δώρο της ζωής. Κόποι ανείπωτοι, κορμιά βγαλμένα μέσα από τη σκληρή γη που τα χτυπά ολημερίς ο καυτός ήλιος της Κρήτης, που τα δέρνουν οι μανιασμένοι άνεμοι, κορμιά που γεννήθηκαν απ’ το χώμα, που πεθαίνουν και ανασταίνονται μέσα στα ξερολιθιές και στα χωράφια, μέσα στους κήπους και τους μπαξέδες.
Αερινός. Άνθρωποι μοναχικοί, ήρεμοι και υπομονετικοί. Στη κίνηση και στη ζωή τους δεν υπάρχει τίποτα από εκείνο το ακατανόητο του άγχους της πόλης. Αργά μα σταθερά οδηγούν τα βήματά τους και με σύνεση και μέτρημα ξοδεύουν τη δύναμή τους. Ξέρουν καλά πως η μάνα γη θέλει αγάπη κι αντρειοσύνη μα θέλει και φρόνηση και λογισμό.
Άνθρωποι παράξενοι που στροβιλίζονται γύρω από ένα παλιό δικό τους κύκλο και μοιάζουν να αδιαφορούν για τις ταχύτητες που ορίζουν σήμερα τη δικιά μας «προχωρημένη» ζωή. Άνθρωποι δύσκολοι, πολλές φορές περίεργα σκληροί και αλύγιστοι, σαν κι εκείνες τις χιλιάδες «ακόνες», τις πέτρες που καλύπτουν όλο τον τόπο γύρο. Άνθρωποι σκληροί, μα κάποτε κάποτε γεμάτοι λυρισμό και πάθος, συναίσθημα και αγάπη, σε τέτοια έκταση, που η λογική δεν χωράει στις πράξεις τους μα αντίθετα συντρίβεται κάτω από τους χείμαρρους της ψυχής τους.
Το μεσημεριανό γεύμα στο χωριάτικο τραπέζι της αγάπης, στο τραπέζι με τις ιδιαίτερες γεύσεις της Κρητικής γης, με το κόκκινο κρασί και τη μυζήθρα, τη τσικουδιά με τα μικρά ποτηράκια και το σταφύλι από το διπλανό μας αμπέλι, μοιάζει ξέχωρη στιγμή της λιτής ζωής του χωριού.
Οι γεμάτες καλοσύνη και λαϊκή σοφία ευχές και προπόσεις, τα ζωντανά που διεκδικούν επίμονα συμμετοχή στο φαγοπότι, οι γλυκές μουσικές της λύρας μαζί με τις ψάθινες καρέκλες και τα βαρέλια με το κρασί που διακρίνονται από τη μισάνοιχτη πόρτα του μαγατζέ συνθέτουν μια άλλη ατμόσφαιρα γεμάτη από τη μαγεία του παλιού, του οριστικά περασμένου.
Το γέρικο τζάκι στις δόξες του, ο παλιός πανέμορφος καναπές ν΄ αντέχει στη καταστρεπτική μανία του καιρού και οι αθάνατοι κορμοί των δένδρων που υποβαστάζουν δεκάδες χρόνια τώρα τη στέγη του σπιτιού, θυμίζουν αλλοτινές εποχές τόσο έντονα και ζωντανά που καμία φορά περιμένω να τρίξει στο άνοιγμα της η πόρτα και να μπει μέσα εκείνος ο λεβέντης παππούς που ποτέ δεν λάθευε στο σημάδι, εκείνος ο παππούς που μόλις πρόφτασε να μας δώσει την αιώνια σκυτάλη, και χάθηκε για πάντα στο ταξίδι του θρύλου και του μυστηρίου.
Αερινός. Πάλευκα, πέτρινα, τα λίγα σπίτια της μοναξιάς που απόμειναν. Σπίτια που ξέμειναν θαρρείς για να θυμίζουν καιρούς παλιούς και ξεχασμένους, καιρούς που έφυγαν μα κάτι μας άφησαν, κάτι από τα παλιά που ώρες ώρες μας αναστατώνει.
Και όπως σε κάθε ελληνικό κομμάτι ζωής έτσι και δω η εκκλησία. Ο Τίμιος Σταυρός ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τις καστανιές. Ο Τίμιος Σταυρός με το νερό της πηγής στην αυλή του να κυλά ήρεμο νωχελικό και με το αχνό μουρμούρισμα του να κρατά συντροφιά στους παππούδες και τις γιαγιάδες που κοιμούνται αιώνια λίγο πιο πέρα.
Στοχεύεις σαν κάποτε εκείνη τη κοντινή κορφή. Η καρδιά πεταρίζει στη σκέψη που κιόλας έγινε απόφαση. Ανεβαίνεις, το τοπίο πάντα λιτό και όμορφα μονότονο, θάμνοι αγκαθωτοί και πέτρες με αμφίβολη ισορροπία, στενωσιές και απότομες κλίσεις σου ζητούν να ΄χεις τα μάτια σου ανοιχτά.
Κάποτε φτάνεις. Ναι, βρέθηκες ξαφνικά σ΄ ένα από τα πολλά διάσελα. Λες και είσαι στη μέση ενός τόξου και σαν βέλος ετοιμάζεσαι να ξετιναχτείς μπρος. Σαν από ένα τεράστιο αγωγό, αφηνιασμένος, ασυγκράτητος ξεχύνεται ο αγέρας και συ αν θες να κρατηθείς όρθιος βαστήξου γερά, πολύ γερά. Τα μαλλιά ανεμίζουν σαν τρελά, τα μάτια δακρύζουν και η αναπνοή δυσκολεύει, ο αέρας δεν αστειεύεται. Μα ότι απλώνεται γύρω σου σ’ αφήνει άναυδο, άφωνο, σε αναγκάζει να αψηφάς τον αέρα και το κρύο. Μπροστά σου το αέναο της ροής, η υγρή μνήμη, η θάλασσα. Αγέρωχη και νωχελική στραφταλίζει κάτω από τον δυνατό κρητικό ήλιο. Πάνω της, σαν από ίχνη πινελιάς που πάνε να σβηστούν, τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα και ακόμα πιο μέσα ο Ταΰγετος της Σπάρτης!
Με δυσκολία γυρίζεις πίσω το κεφάλι. Η ίδια θάλασσα οδηγεί τη ματιά και τη ψυχή σου μακριά, σ’ άλλους κόσμους, σ΄ άλλες ηπείρους. Να! εκεί στο βάθος είναι οι ακτές της Αφρικής, πιο δεξιά η Αίγυπτος, η Λιβύη. Θεέ μου θάχες κέφια πολλά όταν έχτιζες τον κόσμο σου. Μπροστά το τελείωμα των Βαλκανίων και πίσω, με μια ματιά στις ακτές της «μαύρης» γης.
Και συ στη μέση, και συ πάνω σε ένα κατάρτι αυτού του περήφανου καραβιού που το λένε Κρήτη, πάνω σε κάποιο βουνό αυτού του νησιού που τ’ όνομά του είναι η ίδια η λευτεριά, να αγναντεύεις όσα μπορεί και όσα δε μπορεί η ματιά σου να φτάσει.
Όλα με δένουν με τούτο τον ξερακιανό τόπο. Και οι θύμισες της νιότης και οι καταβολές μου, και η ανείπωτη ομορφιά της φύσης και η ηδονή της ερημιάς. Ναι, ο Αερινός είναι μια αγάπη ξέχωρη μα είναι και κάτι άλλο. Είναι η ίδια η ζωή, το νόημα και ο στόχος κάθε ανθρώπου: Αδιάκοπη ανηφόρα και προσπάθεια σαν τον αγώνα που κάνεις για να ανέβεις μια κορφή του, άδολη χαρά και ευτυχία σαν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί από το βαρέλι του πατέρα, σαν ένα καθημερινό καλημέρα στο γείτονα που μαζεύει τις ελιές του.

Αντώνης Νικ. Φελεσάκης
Δεκέμβριος 1986

.

.

1 σχόλιο:

  1. 01:45 την νύχτα... 

    Μετα απο μια δύσκολη μοναχική  ημέρα όλο διάβασμα... 

    Λέω να διαβάσω το block του Αερινου...να χαλάρωσω...

    Αποτέλεσμα  συνεσθηματα αναμηκτα.. νοσταλγία, μοναξιά, υπεριφανια, επιθυμία να ξανά βρεθώ εκεί... Κ δάκρυα που δεν λεν να σταματήσουν... 

    ..."Θείο" με συγκινησες πολύ ! 

    Νικόλαος Γ. Φελεσάκης 

    ΑπάντησηΔιαγραφή